Η δημοκρατία πρέπει να θεμελιώνεται στα ανθρώπινα δικαιώματα. Για πολλούς, αυτό είναι προφανές, αλλά βλέπουμε όλο και περισσότερο κάποιους στην Ευρώπη που υποδηλώνουν ότι η δημοκρατία αφορά απλώς την επικράτηση στις εκλογές και την πραγματοποίηση, στη συνέχεια, όλων όσων οι ψηφοφόροι θεωρούν πως θέλουν. Για αυτούς η δημοκρατία μετατρέπεται σε ένα είδος "δικτατορίας της πλειοψηφίας".

Ναι, η κυβέρνηση οφείλει να αντικατοπτρίζει τις προτιμήσεις της πλειοψηφίας, όπως αυτές εκφράζονται περιοδικά μέσω ελεύθερων και δίκαιων εκλογών, αλλά πρέπει επίσης να περιορίζεται από εγγυήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που μια κυβέρνηση θα πρέπει να μην μπορεί να τα πράξει ακόμη και εάν τα υποστηρίζουν οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους, όπως η επιβολή της θανατικής ποινής, η φυλάκιση ανθρώπων για πολιτικού λόγους, ο περιορισμός της ικανότητας των ανθρώπων να μιλούν και να συναθροίζονται ελεύθερα ή οι διακρίσεις με βάση το φύλο, τη φυλή, την εθνικότητα, τη θρησκεία, ή τον σεξουαλικό  προσανατολισμό.

Με αυτή την βαθύτερη ερμηνεία κατά νου, είναι σαφές ότι πρόκειται για μια δύσκολη στιγμή για τη δημοκρατία - τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η δυνατότητα προάσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων εξαρτάται σε τελική ανάλυση από τη δημόσια αποδοχή. Σήμερα, ωστόσο, οι άνθρωποι που αμφισβητούν αυτές τις θεμελιώδεις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι περισσότεροι από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μέσα σε διάστημα μιας γενιάς ή και περισσότερο.

Οι αιτίες αυτής της ανόδου της μισαλλοδοξίας μπορούν εύκολα να εντοπιστούν. Όταν πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι υστερούν, αυτό σημαίνει ότι ζούμε σε καιρούς οικονομικής ανασφάλειας. Ζούμε επίσης σε καιρούς ανασφάλειας όσον αφορά την σωματική ακεραιότητά μας, όταν άνθρωποι που απολαμβάνουν τη νύχτα τους ακούγοντας μουσική σε μια αίθουσα συναυλιών στο Παρίσι ή βλέπουν πυροτεχνήματα στη Νίκαια ή αναμένουν μια πτήση στις Βρυξέλλες ξαφνικά δολοφονούνται. Και ζούμε και σε καιρούς πολιτισμικής ανασφάλειας, όταν η άφιξη μεγάλου αριθμού μεταναστών προκαλεί φόβους για την απώλεια της εθνικής ή της ευρωπαϊκής ταυτότητας.  

Σε τέτοιες περιπτώσεις παρατηρείται μια τάση αναδίπλωσης, αναζήτησης καταφυγίου μεταξύ εκείνων που μας μοιάζουν περισσότερο, αποκλεισμού των άλλων. Αυτό το ένστικτο αποτελεί την πλατφόρμα των φωνών του μίσους και της μισαλλοδοξίας που έχουν αποκτήσει τέτοια υπεροχή. Δυστυχώς, πολλοί πολιτικοί είναι πρόθυμοι να εκμεταλλευτούν αυτούς τους φόβους για να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη. 

Λαμβάνοντας υπόψη το τεράστιο διακύβευμα, θα περίμενε κανείς ότι πιο μετριοπαθείς πολιτικοί ηγέτες θα έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου, ότι θα καταφέρονταν κατά των δημαγωγών, ότι θα επισήμαναν την κεντρική σημασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των φιλελεύθερων αξιών για τις δημοκρατίες μας.

Αλλά λίγοι στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Μερικοί ηγέτες απλά κρύβονται, ελπίζοντας οι άνεμοι του μίσους θα κοπάσουν, ότι η σιωπή θα μπορέσει με κάποιο τρόπο να κερδίσει τη συζήτηση. Άλλοι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τους δημαγωγούς, αντιγράφοντάς τους, υποστηρίζοντας ξενοφοβικές πολιτικές ή χρησιμοποιώντας λέξεις-κλειδιά με την ελπίδα ότι θα μπορέσουν έτσι να κερδίσουν τους υποστηρικτές των εξτρεμιστών καθώς νομιμοποιούν τις απόψεις τους. Υπήρξαν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις. Η Άνγκελα Μέρκελ, ο Τζάστιν Τριντό και ο Αλέξης Τσίπρας έχουν μιλήσει θετικά για τους πρόσφυγες. Αλλά ελάχιστοι πολιτικοί ηγέτες είναι πρόθυμοι να αναθεωρήσουν, πόσω μάλλον να επιχειρηματολογήσουν θετικά για την φιλελεύθερη δημοκρατία.

Αυτό χρειάζεται: όχι μόνο η προάσπιση μιας αρχής - η δαιμονοποίηση και η μισαλλοδοξία είναι λάθος - αλλά  και πραγματισμός - η ατζέντα των λαϊκιστών, όχι μόνο δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά θα μας οδηγήσει σε μια σαφώς χειρότερη κατάσταση.

Για παράδειγμα είναι σημαντικό  να κατανοήσουμε ότι η ισλαμοφοβία είναι το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε εάν επιθυμούμε να ενσωματώσουμε τις κοινότητες των μεταναστών, να περιορίσουμε τη ριζοσπαστικοποίηση και να ενθαρρύνουμε τη συνεργασία των πολιτών με την αστυνομία. Αποτελεί γεγονός πως το ISIS δεν θα μπορούσε να έχει ένα καλύτερο σύστημα στρατολόγησης ή επιχειρησιακού σχεδιασμού από την ισλαμοφοβία των λαϊκιστών.

Και θα πρέπει θέσουμε δύσκολα ερωτήματα όσον αφορά τα σχέδια για θυσία των δικαιωμάτων μας στο όνομα της μάχης κατά της τρομοκρατίας. Είναι όντως απαραίτητο να βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης η Γαλλία, όταν οι αποδυναμωμένες δικλείδες ασφαλείας έχουν οδηγήσει σε κατάχρηση εξουσίας από τους αστυνομικούς; Ή, γιατί είμαστε ξετρελαμένοι με τη μαζική επιτήρηση όταν  υστερούμε δραματικά στην στοχευμένη παρακολούθηση γνωστών υπόπτων; Αποδεικνύεται πως ο περιορισμός των δικαιωμάτων μας είναι ευκολότερος από τον συντονισμό των υπηρεσιών επιβολής του νόμου ή την ανταλλαγή πληροφοριών πέρα των εθνικών συνόρων.

Προφανώς δεν ισχυρίζομαι ότι όλα βαίνουν καλώς στις δημοκρατίες μας. Η λαϊκίστικη αντίδραση πρέπει να μας θέσει σε εγρήγορση όσον αφορά τα πραγματικά προβλήματα που χρήζουν επίλυσης: οι περιορισμένες προσπάθειές μας για την ενσωμάτωση των μεταναστών, η αθέμιτη πολιτική επιρροή του χρήματος, τα άδικα φορολογικά συστήματά μας, η τάση του διεθνούς εμπορίου να δίνει προτεραιότητα στα εταιρικά συμφέροντα εις βάρος των εργασιακών δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος, η δυσλειτουργία και ο διχασμός στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μια αποτελεσματική απάντηση στους λαϊκιστές θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πραγματικά ζητήματα που εγείρουν. Και θα πρέπει να αντλήσουμε δύναμη από την καλοσύνη που δείχνουν τόσοι πολλοί απλοί Ευρωπαίοι στους πρόσφυγες. Αυτή δεν είναι μια στιγμή που μπορούμε να μείνουμε αδρανείς. Η απειλή για τις δημοκρατικές αρχές και τους δημοκρατικούς θεσμούς δεν θα υποχωρήσει από μόνη της. Πρέπει όλοι να υπερασπιστούμε ηχηρά  και δημόσια αυτήν την ισχυρή αντίληψη της δημοκρατίας υπερασπιζόμενοι τα δικαιώματα και τις αξίες  που καθιστούν ισχυρότερες τις κοινωνίες μας.

* Ο κ.Κένεθ Ροθ είναι εκτελεστικός διευθυντής του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το παραπάνω κείμενο το οποίο δημοσιεύεται αποκλειστικά στο «Βήμα» βασίστηκε στην ομιλία που εκφώνησε με αφορμή τη βράβευσή του από τον Δήμο Αθηναίων. Την περασμένη εβδομάδα ο δήμαρχος Αθηναίων κ. Γιώργος Καμίνης απένειμε στον άνθρωπο που έχει συνδυάσει την προσωπική διαδρομή του με την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε όλο τον κόσμο το «Βραβείο Δημοκρατίας της πόλης των Αθηνών».