Skip to main content

Ελλάδα: Να διερευνηθούν οι Επαναπροωθήσεις και οι Συλλογικές Απελάσεις

Η ΕΕ οφείλει να πιέσει την Αθήνα να σταματήσει τις καταχρηστικές πρακτικές

Η Ελληνική Ακτοφυλακή έχει κατηγορηθεί ότι χρησιμοποιεί εξοπλισμό διάσωσης - συγκεκριμένα φουσκωτές, σωσίβιες σχεδίες – αφήνοντας αιτούντες άσυλο και μετανάστες να παρασυρθούν σε ανοιχτά νερά κοντά στα τουρκικά χωρικά ύδατα. 25 Μαΐου 2020  © 2020 Τουρκική Ακτοφυλακή

(Αθήνα) – Αξιωματικοί των ελληνικών υπηρεσιών επιβολής του νόμου έχουν επιστρέψει με συνοπτικές διαδικασίες αιτούντες άσυλο και μετανάστες στα θαλάσσια και χερσαία σύνορα με την Τουρκία κατά τη διάρκεια των μέτρων περιορισμού της κυκλοφορίας λόγω του Covid-19, ανακοίνωσε σήμερα η Human Rights Watch. Οι αξιωματικοί σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποίησαν βία κατά των αιτούντων άσυλο, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που βρίσκονταν βαθιά στην ενδοχώρα, και συχνά κατείσχαν και κατέστρεψαν τα υπάρχοντα των μεταναστών.

Κατά την αξιολόγηση 9 περιπτώσεων, η Human Rights Watch δεν εντόπισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι αρχές έλαβαν οποιεσδήποτε προφυλάξεις ώστε να αποτρέψουν τον κίνδυνο μετάδοσης του  Covid-19 στους μετανάστες ή μεταξύ των μεταναστών ενώ αυτοί τελούσαν υπό κράτηση. Αυτά τα ευρήματα προστίθενται στον αυξανόμενο αριθμό καταχρηστικών πρακτικών που διαπίστωσαν μη κυβερνητικές οργανώσεις και ΜΜΕ, οι οποίες αφορούν εκατοντάδες άτομα που συνελήφθησαν και επαναπροωθήθηκαν από την Ελλάδα στην Τουρκία από αξιωματικούς των ελληνικών υπηρεσιών επιβολής του νόμου ή άγνωστης ταυτότητας μασκοφόρους άνδρες τους τελευταίους μήνες. Οι επαναπροωθήσεις παραβιάζουν κανόνες ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων κατά των μαζικών απελάσων βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

 «Οι ελληνικές αρχές δεν πτοήθηκαν από τα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας που εφαρμόστηκαν σε εθνικό επίπεδο και επιδόθηκαν σε ένα νέο κύμα μαζικών απελάσεων», είπε η Εύα Κοσσέ, ερευνήτρια της Human Rights Watch υπεύθυνη για την Ελλάδα. «Αντί να προστατεύσουν τους πλέον ευάλωτους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας αυτής κρίσης, οι ελληνικές αρχές τούς έχουν βάλει στο στόχαστρο καταστρατηγώντας πλήρως το δικαίωμά τους να αιτηθούν άσυλο και χωρίς καμία μέριμνα για την υγεία τους».

Η Human Rights Watch πήρε συνέντευξη από 13 θύματα και μάρτυρες που περιέγραψαν περιστατικά, στα οποία η Ελληνική Αστυνομία, η Ελληνική Ακτοφυλακή και άνδρες αγνώστου ταυτότητας ντυμένοι στα μαύρα ή με ένδυμα παραλλαγής, που φαίνεται να συνεργάζονται στενά με τις ένστολες αρχές, επαναπροώθησαν βίαια τους μετανάστες στην Τουρκία τον Μάρτιο και τον Απρίλιο 2020.

Έξι από τα άτομα που παραχώρησαν συνέντευξη είπαν ότι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας συνέλεξαν άτομα με σκοπό τα την απέλαση από τον καταυλισμό στα Διαβατά για αιτούντες άσυλο (Θεσσαλονίκη), σε απόσταση 400 χιλιομέτρων από τα χερσαία σύνορα με την Τουρκία. Αυτή είναι η πρώτη φορά που η Human Rights Watch έχει καταγράψει μαζικές απελάσεις αιτούντων άσυλο από την βαθιά ενδοχώρα, μέσω του Έβρου.

Έξι αιτούντες άσυλο από τη Συρία, την Παλαιστίνη και το Ιράν, συμπεριλαμβανομένου ενός 15-χρονου ασυνόδευτου κοριτσιού από τη Συρία, περιέγραψαν τρία περιστατικά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, όπου το προσωπικό της Ελληνικής Ακτοφυλακής, η Ελληνική Αστυνομία και ένοπλοι μασκοφόροι με σκουρόχρωμα ρούχα συντόνισαν και πραγματοποίησαν επαναπροωθήσεις με συνοπτικές διαδικασίες στην Τουρκία από τη Ρόδο, τη Σάμο και τη Σύμη.

Όλοι τους είπαν ότι τους συνέλλεξαν στα νησιά λίγο μετά την άφιξή τους, τους τοποθέτησαν σε μεγαλύτερα σκάφη της Ελληνικής Ακτοφυλακής και, όταν έφθασαν στα θαλάσσια σύνορα, τους ανάγκασαν να επιβιβαστούν σε μικρές φουσκωτές σωστικές λέμβους, χωρίς κινητήρα, και τους άφησαν να πλέουν σε αυτά τα ακυβέρνητα σκάφη κοντά στα τουρκικά χωρικά ύδατα.

Άλλος ένας αιτών άσυλο περιέγραψε ένα τέταρτο περιστατικό, όπου η Ελληνική Ακτοφυλακή και άνδρες αγνώστου ταυτότητας με περιβολή σκούρου χρώματος και κουκούλα κατέφυγαν σε επικίνδυνους ελιγμούς για να αναγκάσουν μία βάρκα γεμάτη μετανάστες να επιστρέψει στην Τουρκία.

Στις 10 Ιουνίου ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ) ανακοίνωσε ότι είχε λάβει καταγγελίες για την αυθαίρετη σύλληψη μεταναστών στην Ελλάδα και την επαναπροώθησή τους στην Τουρκία και ζήτησε από την Ελλάδα να τις διερευνήσει. Στις 12 Ιουνίου η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) παρότρυνε την Ελλάδα να διερευνήσει πολλαπλές καταγγελίες για επαναπροωθήσεις από τις ελληνικές αρχές στα θαλάσσια και χερσαία σύνορά της, πιθανώς επιστρέφοντας μετανάστες και αιτούντες άσυλο στην Τουρκία, αφού έφθασαν σε ελληνικό έδαφος ή σε ελληνικά χωρικά ύδατα.

Λόγω της πανδημίας Covid-19, η ελληνική κυβέρνηση επέβαλε περιορισμούς στις μετακινήσεις σε ολόκληρη την χώρα από τις 13 Μαρτίου έως τις αρχές Μαΐου. Μετανάστες και αιτούντες άσυλο περιορίστηκαν κλειδωμένοι σε ορισμένους καταυλισμούς, κυρίως στα ελληνικά νησιά, όπου συνεχίζονται οι περιορισμοί στην ελευθερία μετακινήσεων μέχρι και σήμερα.

Η Human Rights Watch έστειλε επιστολές στην Ελληνική Αστυνομία  και στην Ελληνική Ακτοφυλακή στις 29 Ιουνίου, παρουσιάζοντας στις αρχές μία σύνοψη ευρημάτων, αλλά δεν έλαβε απάντηση. Η Ελληνική Ακτοφυλακή υπέδειξε ότι θα απαντήσει αλλά κατά τον χρόνο της παρούσας δημοσίευσης δεν είχαμε λάβει κάποια απάντηση.

Οι ελληνικές δικαστικές αρχές οφείλουν να πραγματοποιήσουν ενδελεχή και αμερόληπτη έρευνα των ισχυρισμών σύμφωνα με τους οποίους το προσωπικό της Ελληνικής Ακτοφυλακής και της Ελληνικής Αστυνομίας συμμετέχει σε πράξεις που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή και την ασφάλεια των μεταναστών και των αιτούντων άσυλο, είπε η Human Rights Watch. Οποιοσδήποτε αξιωματικός συμμετέχει σε παράνομες πράξεις, καθώς και οι διοικητές τους, οφείλουν να υπόκεινται σε πειθαρχικές κυρώσεις και, κατά περίπτωση, σε ποινική δίωξη.

Η Βουλή των Ελλήνων πρέπει επειγόντως να διενεργήσει έρευνα για όλους τους ισχυρισμούς περί συλλογικών απελάσεων, συμπεριλαμβανομένων των επαναπροωθήσεων, και περί βίας στα σύνορα και να αποφανθεί εάν συνιστούν μία de facto πολιτική της κυβέρνησης.

Ο Συνήγορος του Πολίτη, ανεξάρτητη εθνική αρχή, οφείλει να εξετάσει το ζήτημα των συνοπτικών και μαζικών απελάσεων και να εκδώσει έκθεση με συστάσεις προς τις ελληνικές αρχές, είπε η Human Rights Watch,

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που παρέχει οικονομική στήριξη στην ελληνική κυβέρνηση για τον έλεγχο της μετανάστευσης, συμπεριλαμβανομένων της περιοχής του Έβρου και του Αιγαίου, οφείλει να παροτρύνει την Ελλάδα να βάλει ένα τέλος στις επαναπροωθήσεις με συνοπτικές διαδικασίες και στις μαζικές απελάσεις αιτούντων άσυλο στην Τουρκία, να πιέσει τις αρχές ώστε να διερευνήσουν τις καταγγελίες περί βίας και να εξασφαλίσει ότι κανένα κονδύλι χρηματοδότησής της δεν συμβάλει σε παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων και νομοθεσιών της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει επίσης να κινήσει νοιμκές διαδικασίες κατά της Ελλάδας για την παραβίαση της ενωσιακής νομοθεσίας που απαγορεύει τις μαζικές απελάσεις.

Στις 6 Ιουλίου, κατά τη διάρκεια συζήτησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα θεμελιώδη δικαιώματα στα ελληνικά σύνορα, η Ευρωπαία Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων, Ylva Johansson, είπε ότι τα περιστατικά πρέπει να διερευνώνται και ανέφερε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να εξετάσει ένα νέο σύστημα παρακολούθησης και εξακρίβωσης των καταγγελιών επαναπροωθήσεων εν μέσω αυξανόμενων ισχυρισμών καταχρηστικών πρακτικών στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Η Επιτροπή οφείλει να λάβει σαφή μέτρα ώστε να κινήσει μία ανεξάρτητη και διαφανή έρευνα σε διαβούλευση με μέλη της κοινωνίας των πολιτών, είπε η Human Rights Watch.

Όσοι αναζητούν διεθνή προστασία έχουν δικαίωμα να αιτούνται άσυλο και πρέπει να τους δίνεται αυτή η ευκαιρία. Οι επιστροφές πρέπει να ακολουθούν μία διαδικασία που να παρέχει πρόσβαση σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα και διασφαλίσεις κατά της επαναπροώθησης – επιστροφής σε μία χώρα όπου είναι πιθανό οι αιτούντες άσυλο να υποστούν διώξεις και βάναυση συμπεριφορά.

 «Η Ελλάδα έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται σε όλους ανθρώπινα και να μην επαναφέρει τους πρόσφυγες και τους αιτούντες άσυλο σε διώξεις ή σε οποιονδήποτε πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή και  χειρότερα» είπε η Κοσσέ. «Η εξάλειψη τέτοιων επικίνδυνων περιστατικών πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα τόσο για την ελληνική κυβέρνηση όσο και για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή».

Επαναπροωθήσεις στην Τουρκία από τη Θάλασσα

Μεταξύ 29 Μαΐου και 6 Ιουνίου η Human Rights Watch πήρε συνέντευξη από έξι άνδρες από το Ιράν, την Παλαιστίνη και τη Συρία και από ένα 15χρονο ασυνόδευτο κορίτσι από τη Συρία, που βρίσκονταν στην Τουρκία και που περιέγραψαν τρία περιστατικά όπου είπαν ότι η Ελληνική Ακτοφυλακή, αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας και άνδρες χωρίς διακριτικά ντυμένοι στα μαύρα ή με παραλλαγή συντόνισαν συνοπτικές επιστροφές από τη Σύμη, τη Σάμο και τη Ρόδο τον Μάρτιο και τον Απρίλιο. Σε ένα τέταρτο περιστατικό, η Ελληνική Ακτοφυλακή και ένστολοι κουκουλοφόροι άνδρες χωρίς διακριτικά επιδόθηκαν σε επικίνδυνους χειρισμούς για να εξαναγκάσουν ένα σκάφος γεμάτο μετανάστες να επιστρέψει στην Τουρκία από το Αιγαίο. 

Ο Μαρβάν (ψευδώνυμο), 33 ετών, από τη Συρία, είπε ότι στις 8 Μαρτίου, η Ελληνική Ακτοφυλακή επιδόθηκε σε απειλητικούς για τη ζωή χειρισμούς ώστε να αναγκάσει μία μικρή βάρκα που μετέφερε τον ίδιο και 22 άλλους επιβάτες, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, να επιστρέψει στην Τουρκία:

Είδαμε ένα σκάφος της Ελληνικής Ακτοφυλακής. Ήταν μεγάλο και έφερε την ελληνική σημαία…. Άρχισαν να σπρώχνουν τη βάρκα μας προς τα πίσω και προκαλώντας κύματα έκαναν δύσκολη τη συνέχιση της πορείας μας…. Ήταν σαν μία μάχη – σαν να ζούσαμε στη Συρία, νομίζαμε ότι θα πεθάνουμε.

Σε τρεις περιπτώσεις συνοπτικών επιστροφών ατόμων που είχαν ήδη βγει στη στεριά, αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας τους συνέλαβαν εντός λίγων ωρών από την αποβίβασή τους και τους απέλασαν με συνοπτικές διαδικασίες στην Τουρκία. Όσοι παραχώρησαν συνέντευξη είπαν ότι αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν αρχικά σε μεγάλα σκάφη της Ελληνικής Ακτοφυλακής και έπειτα σε φουσκωτές σωστικές σχεδίες, χωρίς κινητήρα, και ότι τους άφησαν ακυβέρνητους κοντά στα τουρκικά θαλάσσια σύνορα. Σε όλες τις περιπτώσεις, είπαν ότι οι Έλληνες αξιωματικοί έκλεψαν τα υπάρχοντα των ανθρώπων, που περιλάμβαναν ταυτότητες, τσάντες και χρήματα.

Αυτά τα ευρήματα προστίθενται στον ολοένα αυξανόμενο αριθμό καταχρηστικών πρακτικών που διαπιστώθηκαν από μη κυβερνητικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Alarm Phone και Aegean Boat Report, καθώς και από το έγκριτο ειδησεογραφικό πρακτορείο Deutsche Welle και Just Security. Η Human Rights Watch κατάφερε να ταυτοποιήσει 26 περιστατικά που αναφέρθηκαν σε δημοσιεύματα άλλων φορέων, τα οποία συνέβησαν μεταξύ Μαρτίου και αρχών Ιουλίου και αφορούσαν τουλάχιστον 855 άτομα. Το 2015, η Human Rights Watch είχε καταγράψει ότι ένοπλοι μασκοφόροι, αχρήστευαν λέμβους που μετέφεραν μετανάστες και αιτούντες άσυλο στο Αιγαίο και τις επαναπροωθούσαν στα τουρκικά χωρικά ύδατα.

 

Ο Καρίμ (ψευδώνυμο), 36 ετών, από τη Συρία, είπε ότι έφθασε με πλοίο στη Σύμη στις 21 Μαρτίου μαζί με περίπου 30 άλλους Σύρους, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 10 παιδιών. Είπε ότι η Ελληνική Αστυνομία πλησίασε την ομάδα λίγες ώρες μετά την άφιξή τους. Εξήγησαν ότι ήθελαν να αιτηθούν άσυλο αλλά οι αξιωματικοί τους έθεσαν υπό κράτηση σε έναν ανεπίσημο λιμένα και τους επέστρεψαν με συνοπτικές διαδικασίες στην Τουρκία δύο ημέρες αργότερα, είπε. Τους επιβίβασαν σε στρατιωτικό σκάφος μέχρι τα ανοιχτά, όπου έριξαν βίαια τους αιτούντες άσυλο – συμπεριλαμβανομένων των παιδιών και ατόμων με αναπηρία – από το κατάστρωμα του πλοίου σε μία φουσκωτή λέμβο:

 

[Ε]κείνοι [η Ελληνική Αστυνομία] μας έβαλαν σε στρατιωτικό σκάφος και μας έσπρωξαν [από το κατάστρωμα] σε [φουσκωτή] λέμβο που δεν είχε κινητήρα. Μας άφησαν μέσα στη λέμβο και μας πήραν όλα τα προσωπικά μας αντικείμενα, τα χρήματά μας, τις ταυτότητές μας. Στη λέμβο πάνω ζαλιζόμασταν. Κάναμε εμετό. Εκείνοι [η Ελληνική Ακτοφυλακή] δεν μας είπαν κάτι…. Ήμασταν μεσοπέλαγα. Καλέσαμε την Τουρκική Ακτοφυλακή. Ήρθαν και συνέλεξαν τη λέμβο μας.

 

Ο Καρίμ και η ευρύτερη οικογένειά του κρατούνταν στο Προαναχωρησιακό Κέντρο της Matalya στην ανατολική περιφέρεια της Τουρκίας και σε τρία άλλα κέντρα κράτησης στην Τουρκία, επί επτά εβδομάδες. Τους άφησαν ελεύθερους στις 7 Μαΐου.  

 

Σε άλλο περιστατικό στα τέλη Μαρτίου, 17 άνδρες και μία γυναίκα καθώς και ένα ασυνόδευτο κορίτσι, από το Ιράν, την Παλαιστίνη και τη Συρία, συνελήφθησαν σε αυτοκινητόδρομο στη Ρόδο, μία ώρα μετά την άφιξή τους και τους ανάγκασαν να επιστρέψουν στην ακτή. Τους κράτησαν σε αντίσκηνο επί δύο ημέρες, χωρίς τρόφιμα και νερό, και έπειτα, την τρίτη μέρα, τους ανάγκασαν να επιβιβαστούν σε σκάφος που πίστευαν ότι ήταν της Ελληνικής Ακτοφυλακής, και τους εγκατέλειψαν αβοήθητους στη θάλασσα μέσα σε μία σωσίβια σχεδία χωρίς κινητήρα. Η Human Rights Watch συνέλεξε τις μαρτυρίες τεσσάρων διαφορετικών ατόμων για το ίδιο περιστατικό, στις οποίες όσοι παραχώρησαν συνέντευξη αφηγήθηκαν παρόμοια γεγονότα. Τους διέσωσε η Τουρκική Ακτοφυλακή.

Η Λέιλα Λ.(ψευδώνυμο), 15 ετών, ένα κορίτσι από τη Συρία που ταξίδευε ασυνόδευτο, είπε:

Την τρίτη ημέρα, ήταν νύχτα, δεν γνωρίζουμε τι ώρα, μας είπαν να μετακινηθούμε … έμοιαζαν με κομάντο του στρατού και κρατούσαν όπλα. Ήταν έξι στο σύνολο, φορούσαν μάσκες… και μας σημάδευαν με τα όπλα τους. Μας έσπρωξαν με φρικτό τρόπο κι έσπρωξαν και τις τσάντες μας στη θάλασσα. Προτού επιβιβαστούμε στο πρώτο σκάφος, μας πήραν όλα μας τα υπάρχοντα – τα τηλέφωνά μας, τις ταυτότητές μας, τις τσάντες μας… τα πάντα εκτός από τα ρούχα που φορούσαμε. Φοβηθήκαμε πολύ. Ορισμένοι έκαναν και εμετό. Φανταστείτε πώς θα νοιώθατε εάν ήσασταν μεσοπέλαγα και δεν γνωρίζατε τι θα σας συμβεί. Μείναμε από δύο έως τρεις ώρες [στη θάλασσα]. Η βάρκα δεν είχε κινητήρα. Ήταν βάρκα διάσωσης. Έμοιαζε με λέμβο. Μετά από δύο με τρεις ώρες, η Τουρκική Ακτοφυλακή μας έβγαλε στη στεριά.         

Σε άλλο περιστατικό, ο Χασάν (ψευδώνυμο), 29 ετών, Παλαιστίνιος πρόσφυγας από τη Γάζα, είπε ότι η αστυνομία τον συνέλαβε μαζί με την ομάδα του, γύρω στα 25 άτομα, ατόμων περίπου τρεις ώρες μετά την άφιξή τους στη Σάμο, την τρίτη εβδομάδα του Μαρτίου. Είπε ότι η αστυνομία τους οδήγησε στην ακτή όπου περίμενε άλλη ομάδα αστυνομικών και αξιωματικών της Ελληνικής Ακτοφυλακής:

Η Ελληνική Ακτοφυλακή μας επιβίβασε σε ένα μεγάλο σκάφος… Ταξιδεύαμε επί τρεις ώρες αλλά μετά μας επιβίβασαν σε μια μικρή βάρκα. Έμοιαζε με λέμβο. Ήταν φουσκωτή και δεν είχε κινητήρα. Ήταν σαν τις σωσίβιες λέμβους που έχουν στα πλοία σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Μας εγκατέλειψαν μόνους στη θάλασσα. Δεν είχαμε φαγητό ή νερό. Μας άφησαν εκεί επί δύο νύχτες. Είχαμε και παιδιά μαζί μας….

Ο Χασάν είπε ότι την τρίτη μέρα επέστρεψε ένα σκάφος της Ελληνικής Ακτοφυλακής, τους πέταξαν ένα σκοινί και τους «ρυμουλκούσε επί δύο ώρες στη θάλασσα» για να τους αφήσει σε σημείο πλησιέστερο στα τουρκικά χωρικά ύδατα. Τους διέσωσε η Τουρκική Ακτοφυλακή.

Σε βιντεοσκοπημένο υλικό που ανέλυσε η Human Rights Watch από ένα συμβάν που λέγεται ότι έλαβε χώρα στον θαλάσσιο χώρο μεταξύ Λέσβου και Τουρκίας στις 25 Μαΐου εικονίζονται γυναίκες, άνδρες και παιδιά να πλέουν ακυβέρνητοι σε μία φουσκωτή πορτοκαλί σωσίβια σχεδία, από εκείνες που μοιάζουν με αντίσκηνο, ενώ στο βάθος διακρίνονται τρεις ακόμη σχεδίες. Οι σχεδίες είναι κατασκευασμένες από την ελληνική εταιρεία «Λάλιζας», η οποία σύμφωνα με δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες είναι τουλάχιστον μία από τις φίρμες που προμηθεύεται το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Το άτομο που μιλά στο βίντεο ισχυρίζεται ότι η Ελληνική Ακτοφυλακή τους επιβίβασε στις σχεδίες για να τους επιστρέψει με τη βία στην Τουρκία.

Η Human Rights Watch επικοινώνησε μέσω email με την εταιρεία «Λάλιζας» με ερωτήσεις για τη χρήση των σωσίβιων σχεδιών από την Ελληνική Ακτοφυλακή, αλλά δεν έλαβε απάντηση.

Σε δήλωσή του στις 10 Ιουνίου, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης σημειώνει ότι «τα πλάνα όπου διακρίνεται η χρήση πλωτών μέσων διάσωσης για την απομάκρυνση των μεταναστών στο Ανατολικό Αιγαίο προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία».

Συλλογικές Απελάσεις στα Χερσαία Σύνορα

Τον Μάιο η Human Rights Watch πήρε συνέντευξη από έξι άνδρες από το Αφγανιστάν που περιέγραψαν πέντε διαφορετικά περιστατικά στα οποία τους επέστρεψαν με συνοπτικές διαδικασίες από την Ελλάδα στην Τουρκία τον Μάρτιο και τον Απρίλιο. Έδωσαν αναλυτικές περιγραφές της σύλληψής τους από την Ελληνική Αστυνομία στον καταυλισμό στα Διαβατά, έναν χώρο υποδοχής στη Θεσσαλονίκη.

Είπαν ότι η αστυνομία τους οδήγησε σε χώρους που νόμιζαν πως ήταν αστυνομικά τμήματα, αν και δεν μπορούσαν πάντα να τα ταυτοποιήσουν, ή σε ένα ανεπίσημο κέντρο κράτησης που είπαν πως ήταν σαν μικρή φυλακή, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα, τους έκλεψαν τα προσωπικά τους αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας, του τηλεφώνου και των ρούχων τους, τους ξυλοκόπησαν με ξύλινα ή μεταλλικά ραβδιά και τους απέλασαν με συνοπτικές διαδικασίες στην Τουρκία.  

Σε μία περίπτωση, ένας 19χρονος άνδρας από την Καπίσα του Αφγανιστάν έδωσε στη Human Rights Watch μία φωτογραφία των τραυμάτων του – κόκκινα σημάδια με μορφή λωρίδων σε όλη την πλάτη του – που προκλήθηκαν, καθώς είπε, από ξυλοδαρμό από άτομα τα οποία πίστευε ότι ήταν αστυνομικοί.

Οι αναφορές από την Human Rights Watch και άλλες ομάδες υποδηλώνουν ότι οι συλλογικές απελάσεις ατόμων με έγγραφα που επιτρέπουν την παραμονή τους στην Ελλάδα, από βαθιά στην ενδοχώρα, φαίνεται να είναι μια νέα τακτική των ελληνικών δυνάμεων επιβολής του νόμου.

Πέντε από τους άνδρες είχαν προμηθευτεί έγγραφο από τις αστυνομικές αρχές στη Θεσσαλονίκη που τους έδινε το δικαίωμα να παραμείνουν στην Ελλάδα για διάστημα μέχρι τριάντα ημέρες. Ενώ το έγγραφο συνιστά επίσημα εντολή απέλασης, το άτομο πρέπει να έχει την ευκαιρία να αιτηθεί άσυλο κατά τη διάρκεια της περιόδου 30 ημερών, εάν το επιθυμεί, και το έγγραφο δύναται να ανανεωθεί υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Οι άνδρες είπαν ότι είτε δεν είχαν καταλάβει τα δικαιώματά τους είτε δεν ήταν σε θέση να αιτηθούν άσυλο ή να ανανεώσουν το συγκεκριμένο έγγραφο εξαιτίας της διακοπής λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών λόγω Covid-19. Είπαν ότι προτού επιστρέψουν στην Τουρκία, στις εβδομάδες μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας σε εθνικό επίπεδο λόγω Covid-19, είδαν δυνάμεις της Ελληνικής Αστυνομίας να επισκέπτονται τον καταυλισμό στα Διαβατά σε σχεδόν καθημερινή βάση και να επιστρέφουν στην Τουρκία τους διαμένοντες των οποίων τα έγγραφα είχαν λήξει.

Η Ελλάδα ανέστειλε το δικαίωμα υποβολής αιτήσεων ασύλου για όσους έφτασαν παράτυπα μεταξύ 1ης και 31ης Μαρτίου, μετά από εντάσεις στα ελληνοτουρκικά χερσαία σύνορα στο τέλος Φεβρουαρίου λόγω σημαντικής και ταχείας αύξησης των ατόμων που προσπαθούσαν να περάσουν τα σύνορα. Στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου προβλέπεται ότι αυτά τα άτομα θα επιστρέφονται στην χώρα προέλευσης ή διέλευσης «χωρίς καταγραφή».

Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω επειδή η Υπηρεσία Ασύλου ανέστειλε τις υπηρεσίες της προς το κοινό μεταξύ 13 Μαρτίου και 15 Μαΐου ως μέτρο προστασίας κατά της μετάδοσης του ιού Covid-19. Κατά την περίοδο αυτή, δεν καταχωρίστηκαν αιτήματα διεθνούς προστασίας, δεν έλαβαν χώρα συνεντεύξεις και δεν καταχωρίστηκαν προσφυγές. Η Υπηρεσία Ασύλου ξεκίνησε να λειτουργεί πλήρως στις 18 Μαΐου, αλλά το Ελληνικό Συμβούλιο Προσφύγων, μία μη κυβερνητική ομάδα που παρέχει νομική συνδρομή σε αιτούντες άσυλο, είπε ότι δεν είχαν κατατεθεί νέες αιτήσεις ασύλου μέχρι τέλος Μαΐου με εξαίρεση άτομα υπό διοικητική κράτηση.

Η ελληνική νομοθεσία απαιτεί οι αρχές να προνοούν προκειμένου οι συνθήκες υποδοχής των υπηκόων τρίτων χωρών που συλλαμβάνονται λόγω της παράνομης εισόδου ή που διαμένουν στην Ελλάδα να εγγυώνται τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Κατά την διαδικασία υποδοχής και ταυτοποίησης, οι αρχές οφείλουν να παρέχουν κοινωνικοψυχολογική στήριξη και πληροφορίες για τα δικαιώματα των μεταναστών και των αιτούντων άσυλο, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υποβολής αίτησης ασύλου, και να παραπέμπουν ευάλωτα άτομα, όπως τα ασυνόδευτα παιδιά και τα θύματα βασανιστηρίων, στις κοινωνικές υπηρεσίες.

Ένας 19χρονος άνδρας από την Καπίσα στο Αφγανιστάν που απελάθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από την Ελλάδα στην Τουρκία τον Απρίλιο του 2020, δείχνει τραυματισμούς που προκλήθηκαν από ανθρώπους που πιστεύει ότι ήταν Έλληνες αστυνομικοί που πραγματοποίησαν την παράνομη απέλαση. © 2020 private

Ο Μοσταφά (ψευδώνυμο), 19 ετών, από το Αφγανιστάν, είπε ότι κατά τα μέσα Απριλίου η Ελληνική Αστυνομία τον συνέλλεξε από τον καταυλισμό στα Διαβατά, τον προσήγαγε σε αστυνομικό τμήμα κοντά στον καταυλισμό κι έπειτα τον μετέφερε σε άλλο μικρό κέντρο κράτησης κοντά στα σύνορα, όπου κρατήθηκε για μία νύχτα, και τέλος τον ανάγκασε να επιβιβαστεί σε βάρκα και τον απέλασε στην Τουρκία:

Όταν ήρθε [η αστυνομία] να ελέγξει τα χαρτιά μου [στον καταυλισμό στα Διαβατά] τους είπα ότι δεν μπορούσα να τα ανανεώσω επειδή το γραφείο ήταν κλειστό, αλλά δεν μου έδωσαν σημασία… Δεν μας έδωσαν καθόλου χρόνο. Μας επιβίβασαν στο λεωφορείο και είπαν, «Θα σας πάμε να ανανεώσετε τα χαρτιά σας». Μας χτυπούσαν συνεχώς... [Μ]ας πήγαν στο αστυνομικό τμήμα κοντά στον καταυλισμό. Εκεί υπήρχαν κι άλλα άτομα, 10 άτομα συνολικά… [Μ]ας άφησαν στη βροχή για λίγες ώρες και μετά μας μετέφεραν στα σύνορα με λεωφορείο. Ήταν και δύο παιδιά μαζί μας – περίπου 15 ή 16 ετών… Όταν μας πήγαν στο αστυνομικό τμήμα, μου πήραν το παλτό μου, έμεινα μόνο με το παντελόνι και ένα μπλουζάκι, και στα σύνορα, τα πήραν και αυτά. Πήραν τα πάντα, τα χρήματά μου, την ταυτότητά μου, το τηλέφωνό μου.

Ο Μοσταφά έδωσε την ακόλουθη περιγραφή του κέντρου κράτησης κοντά στα σύνορα και της μυστικής απέλασης που ακολούθησε:

Έμοιαζε με μικρό αστυνομικό τμήμα. Υπήρχαν τουαλέτες. Υπήρχαν και άλλοι μετανάστες εκεί. Ήταν σε απόσταση περίπου 4,5 ωρών από τα σύνορα. Μας μετέφεραν μέσα σε ένα λεωφορείο που έμοιαζε με φυλακή. Μείναμε σε αυτήν την μικρή φυλακή για μία νύχτα, δεν δόθηκαν τρόφιμα. Στις 10 ή 11 τη νύχτα μας πήγαν στα σύνορα. Τα διέσχισα με βάρκα. Ήμασταν 18 άτομα μέσα σε μία βάρκα. Μας πήρε 6 ή 7 λεπτά – έπειτα φτάσαμε στην τουρκική πλευρά. [Η] αστυνομία στεκόταν στα σύνορα [στην ελληνική πλευρά] και μας κοίταζε.

Δύο άνδρες που περιέγραφαν δύο ξεχωριστά περιστατικά, είπαν ότι η αστυνομία τούς οδήγησε σε ένα ανεπίσημο κέντρο κράτησης κοντά στα σύνορα. Περιέγραψαν τις τοποθεσίες κράτησης ως «μικρές φυλακές» και είπαν ότι κρατήθηκαν εκεί για μία ή δύο ημέρες. 

Τέσσερις από τους έξι αιτούντες άσυλο είπαν ότι οι Ελληνικές Δυνάμεις Ασφαλείας τούς κακομεταχειρίστηκαν, καθ' όλη τη διάρκεια της απέλασής τους με συνοπτικές διαδικασίες, χτυπώντας τους με βαριά μεταλλικά, πλαστικά ή ξύλινα ραβδιά.

Ο Μοχάμεντ (ψευδώνυμο), 24 ετών, από το Αφγανιστάν, είπε:

Είχαν το ραβδί που φέρουν όλοι οι αστυνομικοί .... Το ραβδί είναι κατασκευασμένο από πλαστικό, αλλά είναι πολύ βαρύ. Φορούσαν μαύρες στολές. Δεν μπορούσα να διακρίνω όλη την στολή – δεν μπορούσα να διακρίνω τα πρόσωπά τους - όταν κοίταζα προς τα πάνω μας χτυπούσαν. Ξυλοφόρτωναν έναν μετανάστη επί 5 λεπτά … Ήταν οχτώ στο σύνολο – μας ρώτησαν εάν ερχόμασταν από τη Θεσσαλονίκη και όταν είπαμε «ναι» άρχισαν να μας χτυπούν.

Όσοι παραχώρησαν συνέντευξη είπαν ότι οι Ελληνικές Δυνάμεις Ασφαλείας τούς αφαίρεσαν τα ρούχα, αφήνοντάς τους μόνο με τα εσώρουχα ή με ελάχιστο ρουχισμό, καθώς και τα υπάρχοντά τους, συμπεριλαμβανομένων ταυτότητας, χρημάτων, τηλεφώνων και τσαντών, προτού τους προωθήσουν στην Τουρκία.

Σε έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο, η Human Rights Watch κατέγραψε ότι οι Ελληνικές Δυνάμεις Ασφαλείας και ένοπλοι άνδρες αγνώστου ταυτότητας στα χερσαία σύνορα προέβησαν σε κρατήσεις, επιθέσεις, σεξουαλικές επιθέσεις, κλοπές και αφαίρεση ενδυμάτων αιτούντων άσυλο και μεταναστών και στη συνέχεια τους επαναπροώθησαν στην Τουρκία. Στα τέλη Ιουνίου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ξεκίνησε ποινική έρευνα, κατόπιν μηνυτήριας αναφοράς του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι, μίας μη κυβερνητικής ομάδας, για τις παράνομες επαναπροωθήσεις και τη βία που κατέγραψαν η Human Rights Watch και άλλοι, καθώς και για τους πυροβολισμούς και τον θάνατο δύο ατόμων στον Έβρο τον Μάρτιο.

Η Human Rights Watch είχε καταγράψει παρόμοιες καταστάσεις το 2008 και 2018. Τον Μάρτιο 2019, ο Εισαγγελέας της Ορεστιάδας στον Έβρο κίνησε έρευνα αναφορικά με τις επαναλαμβανόμενες καταγγελίες συστηματικής βίας κατά μεταναστών και αιτούντων άσυλο στον Έβρο, με βάση την έκθεση της Human Rights Watch του 2018 και την έκθεση τριών μη κυβερνητικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένου του Ελληνικού Συμβουλίου Προσφύγων.

Το δίκτυο Border Violence Monitoring Network (BVMN), μία μη κυβερνητική ομάδα, έχει στοιχειοθετήσει εκτενή βάση δεδομένων μαρτυριών από άτομα που επαναπροωθήθηκαν από την Ελλάδα στην Τουρκία μέσω του Έβρου. Μεταξύ 31 Μαρτίου και 28 Απριλίου, το BVMN έχει αναφέρει τουλάχιστον 7 περιστατικά που αφορούν περισσότερα από 306 άτομα.  Μεταξύ αυτών των περιπτώσεων, συμπεριλαμβάνονται έξι άτομα που διέθεταν νομικά έγγραφα τα οποία νομιμοποιούσαν τη διαμονή τους στην Ελλάδα, όταν τους απέλασαν με συνοπτικές διαδικασίες.

24 Ιουλίου 2020: Αυτή η έκθεση έχει ενημερωθεί για να συμπεριλάβει αναφορά σε μια έκθεση του Just Security σχετικά με τις επιστροφές στο Αιγαίο Πέλαγος.

Your tax deductible gift can help stop human rights violations and save lives around the world.