(Αθήνα) – Ένοπλοι κουκουλοφόροι αχρηστεύουν τις λέμβους που μεταφέρουν μετανάστες και αιτούντες άσυλο στο Αιγαίο και τις επαναπροωθούν προς τα τουρκικά χωρικά ύδατα.

Η Human Rights Watch μίλησε με εννέα μάρτυρες που περιέγραψαν οκτώ περιστατικά στα οποία κουκουλοφόροι επιδρομείς –σε πολλές περιπτώσεις ένοπλοι– ακινητοποίησαν και αχρήστευσαν τις λέμβους που μετέφεραν αιτούντες άσυλο και μετανάστες από την Τουρκία προς τα ελληνικά νησιά, με πιο πρόσφατα τα περιστατικά που σημειώθηκαν στις 7 και 9 Οκτωβρίου 2015. Οι μάρτυρες ανέφεραν ότι οι επιδρομείς αχρήστευσαν εσκεμμένα τις λέμβους στις οποίες επέβαιναν, καταστρέφοντας ή αφαιρώντας τους κινητήρες ή τα καύσιμά τους ή τρυπώντας τα ύφαλα των φουσκωτών λέμβων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ρυμούλκησαν τις λέμβους στα τουρκικά ύδατα.

Αιτούντες άσυλο και μετανάστες καταφθάνουν στο ελληνικό νησί της Λέσβου, μετά τη διάσωσή τους από εθελοντές ισπανούς ναυαγοσώστες όταν οι ζωές τους τέθηκαν σε κίνδυνο από κουκουλοφόρους άνδρες με μαύρες στολές σε ταχύπλοα, οι οποίοι εμβόλισαν τη φουσκωτή λέμβο τους, αφαίρεσαν τον κινητήρα και τον πέταξαν στη θάλασσα. 9 Οκτωβρίου 2015.

© 2015 Zalmaï για τη Human Rights Watch

«Οι ενέργειες αχρήστευσης των λέμβων στο Αιγαίο κάνουν ένα ήδη επικίνδυνο ταξίδι ακόμη πιθανότερο να οδηγήσει σε θάνατο», δήλωσε η Eva Cossé, ειδική επί θεμάτων που αφορούν την Ελλάδα στη Human Rights Watch. «Οι εγκληματικές αυτές ενέργειες απαιτούν επείγουσα αντίδραση εκ μέρους των ελληνικών αρχών».

Η Human Rights Watch διαπίστωσε επίσης νέα περιστατικά, κατά τα οποία έλληνες συνοριακοί φύλακες επαναπροωθούσαν μετανάστες και αιτούντες άσυλο στην Τουρκία, με συνοπτικές διαδικασίες, μέσω των χερσαίων συνόρων του Έβρου.

Στις 9 Οκτωβρίου, μέλη του προσωπικού της Human Rights Watch έγιναν μάρτυρες περιστατικού, κατά το οποίο μια υπερφορτωμένη φουσκωτή πλαστική λέμβος έπλεε ακυβέρνητη στα ύδατα μεταξύ Τουρκίας και Λέσβου για διάστημα μεγαλύτερο της μίας ώρας, έως ότου μια ομάδα από ισπανούς εθελοντές ναυαγοσώστες έσπευσαν με δική τους λέμβο να διασώσουν τους επιβαίνοντες. Αμέσως μετά τη διάσωση, ο 17χρονος Ali από το Αφγανιστάν ανέφερε στη Human Rights Watch ότι η λέμβος, υπερφορτωμένη με άνδρες, γυναίκες και παιδιά, είχε αναχωρήσει οκτώ ώρες νωρίτερα από την τουρκική ακτή της Άσσου με προορισμό τη Λέσβο. Όμως, 30 λεπτά μετά την αναχώρησή τους, ένα ταχύπλοο εμβόλισε ξαφνικά τη φουσκωτή λέμβο τους. Στο ταχύπλοο επέβαιναν πέντε άνδρες ντυμένοι στα μαύρα, με τα πρόσωπά τους καλυμμένα με κουκούλες και οπλισμένοι με πιστόλια.

Ο Ali, ένας 17χρονος αφγανός αιτών άσυλο στέκεται τυλιγμένος με μια θερμική κουβέρτα επιβίωσης στην ακτή της Λέσβου, έχοντας διασωθεί από μια υπερφορτωμένη φουσκωτή λέμβο που δέχθηκε επίθεση από κουκουλοφόρους ένστολους άνδρες, οι οποίοι αφαίρεσαν τον κινητήρα της λέμβου και τον πέταξαν στη θάλασσα. 9 Οκτωβρίου 2015.

© 2015 Zalmaï για τη Human Rights Watch

«Στην αρχή, όταν πλησίασαν, νομίσαμε ότι είχαν έρθει για να μας βοηθήσουν», δήλωσε ο Ali στη Human Rights Watch. «Όμως από τον τρόπο που συμπεριφέρονταν, συνειδητοποιήσαμε ότι δεν είχαν έρθει για να βοηθήσουν. Ήταν τόσο επιθετικοί. Δεν ανέβηκαν στη βάρκα μας, αλλά μας πήραν τη μηχανή και απομακρύνθηκαν γρήγορα».

Οι κουκουλοφόροι επιτέθηκαν στη συνέχεια σε τρεις ακόμη λέμβους και αμέσως μετά απομακρύνθηκαν γρήγορα προς τις ελληνικές ακτές, ανέφερε ο Ali. Οι λέμβοι ήταν γεμάτες με αιτούντες άσυλο, κυρίως από το Αφγανιστάν, τη Συρία και το Ιράκ. Οι άνδρες δεν έφεραν διακριτικά στη μαύρη αμφίεσή τους. «Μιλούσαν μια άγνωστη σε εμάς γλώσσα, σίγουρα όμως δεν ήταν τούρκικα, καθώς εμείς οι Αφγανοί καταλαβαίνουμε κάπως τα τούρκικα», είπε ο Ali.

Ο Ali ανέφερε ότι ένα σκάφος με άνδρες της τουρκικής ακτοφυλακής προσέγγισε τη φουσκωτή λέμβο και πήρε τις τρεις γυναίκες και τα έξι παιδιά που επέβαιναν σε αυτή, ενώ υποσχέθηκαν να επιστρέψουν για να πάρουν και τους άνδρες επιβαίνοντες. Όμως το σκάφος της τουρκικής ακτοφυλακής δεν επέστρεψε ποτέ. Τα μέλη του προσωπικού της Human Rights Watch είδαν επίσης ένα σκάφος του ελληνικού λιμενικού σώματος να προσεγγίζει τη φουσκωτή λέμβο του Ali, να κάνει έναν κύκλο γύρω από αυτή και στη συνέχεια να απομακρύνεται με ταχύτητα. Οι επιβαίνοντες άλλης λέμβου που μετέφερε Αφγανούς και έφτασε στη Λέσβο την επόμενη ημέρα επιβεβαίωσαν στη Human Rights Watch ότι είχαν βρεθεί στη μία από τις άλλες τρεις λέμβους που είχαν δεχθεί επίθεση την προηγούμενη ημέρα.

Σε τρία από τα περιστατικά που περιγράφηκαν στη Human Rights Watch υπήρχαν περισσότεροι του ενός μάρτυρες. Οι μαρτυρίες παρουσίαζαν πολλές ομοιότητες. Σε δύο περιπτώσεις, οι μάρτυρες περιέγραψαν ότι είδαν το σκάφος με τους κουκουλοφόρους να κατεβαίνει στο νερό από μεγαλύτερο πλοίο. Σε τρία από τα περιστατικά που κατέγραψε η Human Rights Watch, τα άτομα που παραχώρησαν συνέντευξη ανέφεραν ότι είχαν διακρίνει την ελληνική σημαία στο σκάφος που μετέφερε τους κουκουλοφόρους. Σε έξι περιπτώσεις, οι μάρτυρες ανέφεραν ότι οι κουκουλοφόροι αχρήστευσαν τη λέμβο ή αφαίρεσαν τον κινητήρα ή τα καύσιμά της. Σε δύο περιπτώσεις, οι κουκουλοφόροι τρύπησαν τη λέμβο. Σε τρεις περιπτώσεις, ρυμούλκησαν τους μετανάστες και αιτούντες άσυλο προς τις τουρκικές ακτές. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι πληγείσες λέμβοι εγκαταλείφθηκαν χωρίς να υπάρχει καμία βεβαιότητα για την ασφάλεια των επιβαινόντων. Σε τέσσερις περιπτώσεις, οι μετανάστες και αιτούντες άσυλο υπέστησαν ξυλοδαρμό ή άλλη μορφή βίας.

Σε βίντεο που μεταδόθηκε από το CBS στις 8 Σεπτεμβρίου απεικονίζεται συμβάν που φαίνεται να αποτελεί επίθεση σε λέμβο από άγνωστους κουκουλοφόρους. Στο βίντεο, δημοσιογράφος του CBS αναφέρει ότι υπήρξε μάρτυρας επιθέσεων σε έξι λέμβους που μετέφεραν μετανάστες και αιτούντες άσυλο την ίδια ημέρα.

Σε επιστολή της 9ης Οκτωβρίου προς τη Human Rights Watch, το Λιμενικό Σώμα - Ελληνική Ακτοφυλακή (Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ) αναφέρει ότι έλαβε παρόμοιες καταγγελίες, σημειώνοντας ότι αφορούν «άνδρες με στολή οργάνου επιβολής νόμου που σημειολογικά παραπέμπουν στις Ειδικές Μονάδες του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ». Στην επιστολή του λιμενικού σώματος αναφέρεται ότι «επανειλημμένα έχουν σχηματισθεί δικογραφίες για εκδήλωση παραβατικής δραστηριότητας ημεδαπών που, αντιποιούμενοι τις Αρχές επιβολής του νόμου, εκμεταλλεύονται τους μετακινούμενους πληθυσμούς με στόχο την παράνομη οικειοποίηση των πλωτών μέσων και του εξοπλισμού που χρησιμοποιούνται για αυτές τις θαλάσσιες μετακινήσεις».

Το λιμενικό σώμα ανέφερε ότι στις 30 Ιουλίου συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν ενώπιον της Δικαιοσύνης τρεις Έλληνες που φορούσαν κουκούλες και ήταν ενδεδυμένοι με αμφίεση που προσομοίαζε με στολή οργάνου επιβολής του νόμου, και διαπιστώθηκε ότι δεν ανήκουν στις τάξεις του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. Στην επιστολή δεν διευκρινίζεται με ποιες κατηγορίες ασκήθηκε –εάν ασκήθηκε– δίωξη κατά των συλληφθέντων ή αν αυτοί καταδικάστηκαν.

«Αυτά τα επικίνδυνα περιστατικά πρέπει να σταματήσουν και το ζήτημα αυτό πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα του ελληνικού Λιμενικού Σώματος και των λοιπών αρχών επιβολής του νόμου», δήλωσε η κ. Cossé. «Κάθε αξιόπιστη έρευνα πρέπει να εξετάζει επίσης το ενδεχόμενο να εμπλέκονται και αξιωματικοί του λιμενικού σώματος σε αυτά τα περιστατικά».

Η Human Rights Watch και άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν καταγράψει προηγούμενες καταγγελίες, σύμφωνα με τις οποίες έλληνες συνοριακοί φύλακες επιδίδονται σε μαζικές απελάσεις και επαναπροωθήσεις μεταναστών και αιτούντων άσυλο στα σύνορα με την Τουρκία. Παρότι η ελληνική κυβέρνηση καταδικάζει την πρακτική αυτή, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι τέτοιου είδους ενέργειες συνεχίζονται στα χερσαία ελληνοτουρκικά σύνορα στον Έβρο.

Η Human Rights Watch κατέγραψε επίσης τέσσερα περιστατικά μαζικών απελάσεων που εικάζεται ότι έγιναν από έλληνες συνοριακούς φύλακες στην περιοχή του Έβρου στο διάστημα από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο, με το πιο πρόσφατο στις 7 Οκτωβρίου. Σε ένα από τα περιστατικά αυτά, ο Mahmoud, ένας άνδρας 21 ετών από τη Συρία, ανέφερε ότι στις 13 Μαΐου τέθηκε υπό κράτηση στο ελληνικό τμήμα συνοριακής φύλαξης Διδυμοτείχου μαζί με εννέα άλλους Σύρους και 25 Αφγανούς από τις 11.30 μ.μ. περίπου έως τις 8 μ.μ. της επόμενης ημέρας, και στη συνέχεια τους μετέφεραν με λεωφορείο στον ποταμό Έβρο, τους έβαλαν σε λέμβο και τους επαναπροώθησαν στην Τουρκία. Η Διεθνής Αμνηστία και τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης έχουν μεταδώσει παρόμοιες καταγγελίες.

Σε επιστολή της 25ης Σεπτεμβρίου προς απάντηση σε επιστολή με ερωτήματα της Human Rights Watch, η Ελληνική Αστυνομία αναφέρει ότι διερεύνησε περιστατικό που κατήγγειλε ο Συνήγορος του Πολίτη τον Αύγουστο σχετικά με την εικαζόμενη επαναπροώθηση 30 Σύρων, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, στην Τουρκία. Στην επιστολή αναφερόταν ότι «από τις περαιτέρω έρευνες της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ορεστιάδας δεν προέκυψε κανένα διαδικαστικό παράπτωμα».

Η Ελληνική Αστυνομία επιβεβαίωσε σε τηλεφωνική συνομιλία στις 16 Οκτωβρίου ότι ερευνά 20 καταγγελίες οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περιλαμβανομένης της Human Rights Watch, σύμφωνα με τις οποίες έλληνες αστυνομικοί λήστεψαν και επαναπροώθησαν βίαια αιτούντες άσυλο από τη Συρία που είχαν εισέλθει στη χώρα από τα χερσαία σύνορα με την Τουρκία.

Οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να διερευνήσουν άμεσα με διαφανή, διεξοδικό και αμερόληπτο τρόπο τις επανειλημμένες καταγγελίες, σύμφωνα με τις οποίες έλληνες συνοριακοί φύλακες εμπλέκονται σε μαζικές απελάσεις στην περιοχή του Έβρου, δήλωσε η Human Rights Watch. Όποιοι εξ αυτών εμπλέκονται σε τέτοιου είδους παράνομες πράξεις, καθώς και οι ανώτεροί τους αξιωματικοί, θα πρέπει να υπόκεινται σε πειθαρχικές κυρώσεις και, όπου κρίνεται ενδεδειγμένο, σε ποινική δίωξη.

Η Human Rights Watch ζήτησε τον Ιανουάριο του 2014 τη διενέργεια κοινοβουλευτικής έρευνας σχετικά με τις δραστηριότητες του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ έπειτα από προηγούμενες καταγγελίες περί επαναπροώθησης εν πλω από σκάφος του λιμενικού σώματος. Εξακολουθεί να είναι αναγκαία η εν λόγω έρευνα, δήλωσε η Human Rights Watch.

Επιθέσεις εν πλω και επαναπροωθήσεις στην Τουρκία
Στις 10 Οκτωβρίου, έφτασε στη Λέσβο φουσκωτή λέμβος στην οποία επέβαιναν Αφγανοί. Οι επιβαίνοντες επιβεβαίωσαν ότι είχαν βρεθεί σε μία από τις τέσσερις λέμβους που είχαν δεχθεί επίθεση την προηγούμενη ημέρα. Η Human Rights Watch είχε δει μια λέμβο να πλέει ακυβέρνητη στα ύδατα μεταξύ Τουρκίας και Λέσβου για διάστημα μεγαλύτερο της μίας ώρας, προτού σπεύσουν προς διάσωση ισπανοί εθελοντές. Οι επιβαίνοντες ανέφεραν ότι είχαν ρυμουλκηθεί προς την Τουρκία από την τουρκική ακτοφυλακή, και την επόμενη ημέρα επιχείρησαν εκ νέου τη διέλευση. Όπως ανέφερε ένας 38χρονος Αφγανός:

 

Περίπου μία ώρα και ένα τέταρτο αφότου ξεκινήσαμε από την Τουρκία, ήρθε ένα σκάφος που πιστεύουμε ότι ήταν ελληνικό. Ήταν ένα γκρίζο φουσκωτό σκάφος Zodiac, σαν σκάφος του λιμενικού και πολύ γρήγορο. Οι άνδρες πάνω στο σκάφος φορούσαν κατάμαυρη στρατιωτική αμφίεση και μπότες χωρίς διακριτικά. Δεν μπορούσαμε να δούμε τα πρόσωπά τους, γιατί όλοι φορούσαν κουκούλες. Ήταν οπλισμένοι με πιστόλια και πολύ επιθετικοί και ήρθαν καταπάνω στη βάρκα μας. Έκοψαν τον σωλήνα καυσίμου που τροφοδοτεί τη μηχανή και πήραν τα καλώδια. Έσπασαν τη μηχανή και με χτύπησαν με το καλώδιο του κινητήρα. Όταν τελείωσαν, έφυγαν με κατεύθυνση την ελληνική ακτή. Επιτέθηκαν σε τέσσερις βάρκες, σε εμάς και σε άλλες τρεις. Εγώ μιλάω τούρκικα, έζησα στην Τουρκία δύο χρόνια και ξέρω ότι δεν μιλούσαν τούρκικα.

 

Ο Hassan (ψευδώνυμο), ένας 27χρονος Σύρος που παραχώρησε συνέντευξη στην Τουρκία στις 10 Οκτωβρίου, ανέφερε ότι το μεσημέρι της 7ης Οκτωβρίου κουκουλοφόροι τρύπησαν τη λέμβο τους και ξυλοκόπησαν τους επιβαίνοντες. Ο Hassan, ο οποίος οδηγούσε τη λέμβο αλλά δεν είναι διακινητής, υπέστη σοβαρό ξυλοδαρμό. Ανέφερε ότι τη βάρκα τους, στην οποία επέβαιναν ο ίδιος και άλλα 22 άτομα, σταμάτησε πρώτα η τουρκική ακτοφυλακή: «Δεν μπορούσα να καταλάβω ακριβώς τι έλεγαν, αλλά μας έλεγαν να μην πάμε προς τα εκεί που είναι το μεγάλο ευρωπαϊκό πλοίο, γιατί θα μας έκαναν κακό».

Ανέφερε δε ότι το σκάφος της τουρκικής ακτοφυλακής προσπάθησε να τους εμποδίσει, αλλά εκείνος συνέχιζε να κάνει κύκλους για να το αποφύγει και τελικά ξέφυγε:

 

Μετά φτάσαμε στο ευρωπαϊκό πλοίο. Ήταν μεγάλο και κατευθυνόταν προς το μέρος μας. Με σημάδεψαν με ένα αυτόματο τουφέκι... Μετά, από το μεγάλο πλοίο κατέβηκε στο νερό ένα μικρό σκάφος. Στο μικρό σκάφος ήταν τέσσερις άνδρες, όλοι ντυμένοι στα μαύρα, με μαύρες κουκούλες του σκι, που άφηναν ακάλυπτα μόνο τα μάτια και το στόμα τους, φορούσαν ακόμη και μαύρα γάντια. Ήταν οπλισμένοι με μεγάλα μαχαίρια ζωσμένα στα πόδια τους και με πλαστικά αστυνομικά γκλομπ. Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω. Μας έλεγαν να γυρίσουμε πίσω. Τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα συνεχώς.

 

Οι άνδρες εντόπισαν τον Hassan και κατάλαβαν ότι εκείνος οδηγούσε, τον πήραν στο σκάφος τους και τον ξυλοκόπησαν.

 

Με κλωτσούσαν σε όλο μου το σώμα και με χτυπούσαν παντού με τα αστυνομικά γκλομπ. Ένας προσπάθησε να μου σπάσει το χέρι τραβώντας το προς τα πίσω. Ήμουν άοπλος και δεν προσπάθησα να παλέψω ούτε να προβάλω αντίσταση. Συνέχισαν να με χτυπούν για περίπου 10 λεπτά... Νόμιζα ότι θα με σκότωναν. Μετά με διέταξαν να οδηγήσω τη φουσκωτή βάρκα πίσω στην Τουρκία.

 

Η Human Rights Watch είδε μώλωπες στο σώμα και στο πρόσωπό του.

Οι άνδρες ακολουθούσαν τον Hassan καθώς οδηγούσε τη λέμβο προς την Τουρκία. Καθώς πλησίαζαν στα τουρκικά χωρικά ύδατα, ένας από τους άνδρες τράβηξε το μεγάλο μαχαίρι του και τρύπησε τη λέμβο τους. «Νόμισα ότι πήγαινε να με σκοτώσει, αλλά αντί γι’ αυτό τρύπησε τη βάρκα», είπε ο Hassan. «Την τρύπησε μία φορά. Οι άλλοι επιβαίνοντες κάλυπταν την τρύπα με τα χέρια τους προσπαθώντας να μην αφήσουν να φύγει όλος ο αέρας». Ο Hassan ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αναγνωρίσει το σκάφος ούτε τους κουκουλοφόρους.

Ο Mahmoud (ψευδώνυμο), ένας 55χρονος άνδρας από τη Συρία ο οποίος βρισκόταν στην ίδια λέμβο αλλά ερωτήθηκε χωριστά, έδωσε παρόμοια μαρτυρία. Ανέφερε ότι το μεγάλο πλοίο έφερε τέσσερις σημαίες:

 

Στην κορυφή ήταν η ελληνική σημαία, μετά η σημαία της ΕΕ, και μετά δύο άλλες σημαίες που δεν αναγνώρισα... Πάνω στο πλοίο ήταν γραμμένο κάτι με μπλε γράμματα, αλλά δεν μπορούσα να το διαβάσω... Προσπάθησαν να με χτυπήσουν στο κεφάλι, αλλά έσκυψα και δεν με πέτυχαν. Χτυπούσαν για 15 ή 20 λεπτά. Χτυπούσαν τους πάντες, αδιακρίτως, ακόμη και γυναίκες και παιδιά... Εκείνη την ώρα ήμασταν σε ελληνικά ύδατα... Αφού μας απώθησαν στα τουρκικά ύδατα, τρύπησαν τη βάρκα μας... Όλοι επέζησαν. Ήταν φρικτό. Το μικρό ταχύπλοο σκάφος έκανε κύκλους γύρω μας για να προκαλέσει κυματισμό και να μπουν νερά στη βάρκα μας. Χρησιμοποιήσαμε τα καπέλα μας για να προσπαθήσουμε να βγάλουμε τα νερά από τη βάρκα.

 

Ένας 22χρονος άνδρας από τη Συρία, ο Iyad (ψευδώνυμο), όταν παραχώρησε συνέντευξη στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου, περιέγραψε παρόμοιο περιστατικό που είχε συμβεί στις 7 Σεπτεμβρίου. Ανέφερε ότι η λέμβος στην οποία επέβαινε, η οποία κατευθυνόταν προς το νησί της Χίου με 47 άτομα, μεταξύ των οποίων και ένα 6χρονο παιδί, ακινητοποιήθηκε από σκάφος το οποίο εκείνος νόμισε ότι ανήκε στο λιμενικό σώμα, με βάση τις στολές που φορούσαν οι τέσσερις επιβαίνοντες σε αυτό καθώς και την ελληνική σημαία που έφερε το σκάφος. Ανέφερε ότι τρεις από τους άνδρες φορούσαν κουκούλες και ένας είχε ακάλυπτο πρόσωπο:

 

Απείχαμε τρία χιλιόμετρα από τη Χίο. Τότε ήρθε [ένα σκάφος]... Μας είπαν να πούμε «Ευχαριστούμε Ελλάδα, να πάνε να γαμηθούν οι Τούρκοι». Μετά είπαν: «Θα σας βοηθήσουμε. Θα έρθει ένα σκάφος. Θα σας βάλουμε μέσα και θα σας πάμε στην Ελλάδα». Όμως έδεσαν τη βάρκα μας με ένα σκοινί και μας τράβηξαν πίσω στα τουρκικά ύδατα. Και μετά, όταν μας έλυσαν, είπαν: «Περιμένετε πέντε λεπτά εδώ και θα έρθει το σκάφος». Όμως βρισκόμασταν στα τουρκικά ύδατα, οπότε βάλαμε πάλι μπροστά τη μηχανή.

 

Λίγο αργότερα, το ίδιο σκάφος με τους κουκουλοφόρους πέρασε ξανά μπροστά από τη λέμβο του Iyad. Οι άνδρες τράβηξαν τα όπλα τους και ένας από αυτούς, κρατώντας ένα ραβδί, ήρθε από πάνω τους και άρχισε να χτυπάει τους ανθρώπους, είπε ο Iyad. «Χτυπούσε τους πάντες [στη λέμβο], και μάλιστα μερικοί αιμορραγούσαν. Ενός από εμάς είχε ανοίξει το κεφάλι του και το πρόσωπό του ήταν γεμάτο αίματα. Και ένας άλλος είχε δύο σπασμένα δάχτυλα. Μας πήραν τη μηχανή και προσπάθησαν να δέσουν τη βάρκα μας. Όταν εμείς είπαμε όχι, μας σημάδεψαν με τα M4 [όπλα].» Ο Iyad ανέφερε ότι αναγνώρισε το όπλο από τη Συρία.

Ο Iyad ανέφερε ακόμη ότι το σκάφος είχε ελληνική σημαία και ελληνικά γράμματα και ότι οι άνδρες φορούσαν στολές με μαύρα παντελόνια και γαλάζιες μπλούζες, στις οποίες ήταν γραμμένα τα αρχικά «C.I.B.» με λευκά γράμματα. Δεν είναι σαφές σε τι μπορεί να αναφέρονται τα αρχικά C.I.B.

 

Πήραν τη μηχανή στο σκάφος τους και μας τράβηξαν ξανά προς την Τουρκία. Μας είπαν: «Κανείς δεν προσπαθεί να καταστρέψει τη βάρκα γιατί δεν πρόκειται να σας σώσουμε». Μετά ξαναήρθαν και περιστρέφονταν γύρω μας προκαλώντας κυματισμό. Έκαναν κύκλους γύρω από τη βάρκα μας και σήκωναν μεγάλα κύματα.

 

Ο Iyad ανέφερε ότι τα κύματα τούς ώθησαν προς ένα μικρό έρημο νησί έως ότου τους περισυνέλεξε η τουρκική ακτοφυλακή. «Μείναμε στη βάρκα, με τα κύματα, για τρεις ώρες και μετά στο νησί από τις 6 π.μ. έως τις 11 π.μ.... Στο τέλος, ήρθε η τουρκική ακτοφυλακή και μας πήγε στη Σμύρνη. Μας πήραν τα διαβατήρια και μείναμε από τις 11.30 π.μ. έως τις 4 μ.μ. στο τμήμα της ακτοφυλακής εκεί».

Στις 6 Σεπτεμβρίου, η Human Rights Watch πραγματοποίησε συνέντευξη με τον Ahmed (ψευδώνυμο), έναν 42χρονο Σύρο, ο οποίος ανέφερε ότι μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 20ής Ιουλίου, ο ίδιος και ο 10χρονος γιος του έφυγαν με λέμβο από τη Σμύρνη, με προορισμό τη Λέσβο.

Γύρω στις 2 π.μ., ένα σκάφος με τέσσερις κουκουλοφόρους που κρατούσαν φακούς, μαχαίρια και γκλομπ κατευθύνθηκε με ταχύτητα προς το μέρος τους και τους εμπόδισε να συνεχίσουν την πορεία τους. Το σκάφος που μετέφερε τους κουκουλοφόρους ήταν ένα μικρό σκουρόχρωμο ταχύπλοο. «Άρχισαν να μας φωνάζουν και να μας λένε βρισιές όπως “σκάστε, καθίκια”», είπε ο Ahmed.

Ο Ahmed ανέφερε ότι οι κουκουλοφόροι φορούσαν σκούρα ρούχα με έμβλημα στα μπουφάν τους και μιλούσαν μεταξύ τους μια γλώσσα που εκείνος δεν κατάλαβε. «Έμοιαζαν με μαχητές του Ισλαμικού Κράτους με τις μαύρες κουκούλες τους», είπε ο Ahmed. «Φοβόμασταν. Προσπαθήσαμε να τους μιλήσουμε στα αγγλικά, αλλά εκείνοι συνεχώς μας φώναζαν να σκάσουμε».

Οι κουκουλοφόροι σταμάτησαν το σκάφος τους πίσω από τη λέμβο του Ahmed, αφαίρεσαν το ντεπόζιτο καυσίμου και προσπάθησαν να καταστρέψουν τον κινητήρα: «Αφού είδαν ότι δεν μπορούσαν να σπάσουν τη μηχανή με το γκλομπ, έκοψαν τα καλώδια της μηχανής. Μετά μας έσυραν πίσω προς τα τουρκικά παράλια και μας άφησαν μεσοπέλαγα».

Ο Ahmed ανέφερε ότι κάλεσαν τον τηλεφωνικό αριθμό άμεσης ανάγκης της τουρκικής ακτοφυλακής και γύρω στις 3.30 π.μ., εντοπίστηκαν από ελικόπτερο στη θάλασσα. Περίπου μία ώρα αργότερα έφτασε η τουρκική ακτοφυλακή, τους περισυνέλεξε και τους γύρισε στη Σμύρνη.

Σε χωριστή συνέντευξη στις 6 Σεπτεμβρίου, η κόρη του Ahmed, η 15χρονη Sadra, η οποία βρισκόταν σε άλλη λέμβο με άλλους συγγενείς, ανέφερε στη Human Rights Watch ότι την 1η Σεπτεμβρίου, γύρω στις 9 π.μ., ένα γκρίζο σκάφος που μετέφερε τέσσερις κουκουλοφόρους σταμάτησε την ίδια και τους περίπου 40 ακόμη επιβαίνοντες, μεταξύ των οποίων ήταν και 13 παιδιά και 12 γυναίκες.

 

Μόνο ένας από τους τέσσερις άνδρες μάς μίλησε στα αγγλικά, οι υπόλοιποι δεν μιλούσαν καθόλου. Ούτε μεταξύ τους μιλούσαν σε άλλη γλώσσα. Ο άνδρας άρχισε να μας φωνάζει: «Σκάστε. Να πάτε από εκεί που ήρθατε». Ένας άλλος κουκουλοφόρος χτύπησε έναν από τους οδηγούς με ένα ραβδί.

 

Οι άνδρες με τις κουκούλες έκοψαν τα καλώδια του κινητήρα, αφήνοντας τους επιβαίνοντες αβοήθητους:

 

Προσπάθησα να καταλάβω ποιο ήταν το στίγμα μας χρησιμοποιώντας το GPS και να επικοινωνήσω με την τουρκική ακτοφυλακή για να μας διασώσει, αλλά εντωμεταξύ κάποιοι από τους επιβαίνοντες κατάφεραν να φτιάξουν την καλωδίωση της μηχανής. Μερικοί ήθελαν να προχωρήσουμε προς την Ελλάδα, άλλοι ήθελαν να επιστρέψουμε στην Τουρκία. Εντέλει, οι άνθρωποι φοβόντουσαν ότι οι κουκουλοφόροι θα επέστρεφαν για να μας κακοποιήσουν κι άλλο, ή ακόμη χειρότερα, να μας σκοτώσουν. Έτσι, αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στην Τουρκία.

 

Η Sadra δεν μπορούσε να αναγνωρίσει κανέναν από τους κουκουλοφόρους. Ανέφερε ότι μόνο ένας μιλούσε αγγλικά και ότι δεν υπήρχαν εμβλήματα, σήματα ή σημαίες στα ρούχα τους ούτε στο σκάφος τους.

Ο Muhammad (ψευδώνυμο), ένας Σύρος 21 ετών που συμμετείχε σε ομαδική συνέντευξη μαζί με άλλα άτομα στις 7 Σεπτεμβρίου στη Λέσβο, ανέφερε ότι μετά την απόπειρα του ίδιου και του φίλου του Yezem (ψευδώνυμο) να εισέλθουν στην Ελλάδα διασχίζοντας τα χερσαία ελληνοτουρκικά σύνορα, όπου απωθήθηκαν, όπως ανέφερε, από έλληνες συνοριακούς φύλακες, προσπάθησαν δύο φορές διά θαλάσσης. Την τέταρτη φορά τα κατάφεραν. Στην πρώτη τους απόπειρα διά θαλάσσης, στις 14 Ιουλίου, ο Muhammad ανέφερε ότι ένα σκάφος, που ο ίδιος πιστεύει ότι ανήκε στο λιμενικό σώμα, σταμάτησε μπροστά στη δική τους και δύο ακόμη φουσκωτές λέμβους που μετέφεραν αιτούντες άσυλο και μετανάστες, σε απόσταση 45 μέτρων από τα ελληνικά παράλια. Ο Muhammad μάς ανέφερε ότι είδε ένα μικρότερο φουσκωτό σκάφος με κουκουλοφόρους να κατεβαίνει από το πλοίο στο νερό:

 

[Ή]ρθαν προς το μέρος μας. Πήραν τα καύσιμα από όλες τις φουσκωτές βάρκες για να μην έχουν καθόλου καύσιμα να προχωρήσουν και μετά έβαλαν σκοινιά στις βάρκες και μας τράβηξαν... Μας πήγαν σε ένα νησί ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, όπου δεν μένει κανείς... Ήμασταν 130 άτομα.

 

Μας έδωσαν λίγο νερό. Νομίσαμε ότι μας έφεραν στη Μυτιλήνη, αλλά μας πήγαν σε εκείνο το νησί. Απογοητεύτηκα. Οι περισσότεροι από την ομάδα ήταν γυναίκες και παιδιά. Δεν μας αξίζει αυτό που αντιμετωπίσαμε. Τόσος χρόνος στη θάλασσα για να μας γυρίσουν πίσω μετά.

 

Ο Muhammad ανέφερε ότι η ομάδα που τους σταμάτησε αποτελούνταν από περίπου 10 άτομα, μεταξύ των οποίων και μία γυναίκα. Όλοι πλην της γυναίκας είχαν τα πρόσωπά τους καλυμμένα. Φορούσαν μαύρες στολές και κρατούσαν όπλα M16. Ο Muhammad ανέφερε ότι το σκάφος ήταν γκρίζου χρώματος και έφερε ελληνική σημαία.

Στη δεύτερη απόπειρά τους, 10 ημέρες μετά το Ιντ αλ-φιτρ, στα τέλη Ιουλίου, ο Muhammad ανέφερε ότι κάποιοι με παρόμοια εμφάνιση τούς σταμάτησαν γύρω στις 11 π.μ. και τρύπησαν τη λέμβο τους:

 

Κατέβασαν τη βάρκα τους στο νερό και μας καταδίωκαν. Δεν έφταναν [τον οδηγό] οπότε πήραν ένα μαχαίρι και έσκισαν τη βάρκα. Όμως είναι ειδική φουσκωτή βάρκα. Διαθέτει χωριστούς θαλάμους [αέρα] ανά 50 εκατοστά, και έτσι η υπόλοιπη παραμένει ασφαλής. Έμπαινε νερό, αλλά όχι πολύ. Δεν ήταν επικίνδυνο. Καταφέραμε να φτάσουμε γρήγορα στην τουρκική πλευρά.

 

Ομαδικές απελάσεις στον Έβρο
Στις 11 Οκτωβρίου, η Human Rights Watch πραγματοποίησε συνέντευξη με τον Ali (ψευδώνυμο), έναν 27χρονο Ιρακινό ο οποίος δήλωσε ότι επαναπροωθήθηκε από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα και από την Ελλάδα στην Τουρκία στις 7 Οκτωβρίου. Ανέφερε ότι βούλγαροι συνοριοφύλακες συνέλαβαν την ομάδα του, αποτελούμενη από 20 με 25 Ιρακινούς, συμπεριλαμβανομένων παιδιών, και τους ξυλοκόπησαν:

 

Εκείνοι [οι Βούλγαροι] μάς πήραν τα χρήματα και τα τηλέφωνά μας. Μας έβαλαν σε ένα λεωφορείο και μας γύρισαν περίπου τρία με πέντε χιλιόμετρα πίσω προς τα ελληνικά σύνορα. Οι έλληνες στρατιώτες τούς είδαν να μας γυρίζουν πίσω. Μετά μας έπιασαν αυτοί [οι αστυνομικοί]. Εμείς είπαμε ότι θέλαμε να μείνουμε στην Ελλάδα και ότι δεν θέλαμε να γυρίσουμε στην Τουρκία.

 

Έφεραν ένα μεγάλο φορτηγό που προορίζεται για την κράτηση φυλακισμένων. Μας πήγαν στον ποταμό που χωρίζει την Ελλάδα και την Τουρκία. Είχαν μικρά σκάφη για να μας μεταφέρουν στην απέναντι όχθη του ποταμού. Μας κλωτσούσαν και μας χτυπούσαν για να μας ανεβάσουν με το ζόρι στα σκάφη. Ένας από αυτούς με γρονθοκόπησε. Χαστούκιζαν ακόμη και παιδιά. Ήταν αστυνομικοί. Ήταν από ειδική μονάδα και ήταν ντυμένοι με στολές παραλλαγής, όπως οι καταδρομείς. Μας πήραν τα χρήματα και τα τηλέφωνά μας. Έκλεψαν πολλά χρήματα, πάνω από 20.000 δολάρια από όλους.

 

Στις 7 Σεπτεμβρίου, η Human Rights Watch πραγματοποίησε συνέντευξη με τον Muhammad (ψευδώνυμο), έναν 20χρονο Σύρο, ο οποίος ανέφερε ότι ο ίδιος μαζί με έξι ακόμη νεαρούς Σύρους διέσχισαν κολυμπώντας τον ποταμό Έβρο, πέρασαν στην Ελλάδα και έφτασαν περπατώντας στις Φέρες. Ο Muhammad ανέφερε ότι μια ομάδα ανδρών που φορούσαν μαύρες στολές και είχαν τα πρόσωπά τους καλυμμένα με κουκούλες τούς σταμάτησαν σε σιδηροδρομικό σταθμό έξω από την Αλεξανδρούπολη και τους επαναπροώθησαν στην Τουρκία με συνοπτικές διαδικασίες στις 27 Ιουνίου. Ανέφερε ότι οι άνδρες κρατούσαν όπλα M16 (είπε ότι ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον τύπο του όπλου λόγω της εμπειρίας του στη Συρία) και οδηγούσαν κανονικά αστυνομικά αυτοκίνητα. Πριν τους γυρίσουν στην Τουρκία, οι άνδρες πήραν τα τηλέφωνα και τα χρήματα του Muhammad και των υπολοίπων:

 

Η στολή τους είναι κατάμαυρη, διαφορετική από τις άλλες στολές, και τις περισσότερες φορές φοράνε κουκούλες. Και κρατούν όπλα... Το περιστατικό αυτό συνέβη από τις 3 με 4 π.μ. μέχρι το ξημέρωμα. Μας έβαλαν σε ένα φορτηγάκι, έκλεισαν την πόρτα και μας πήγαν στο ίδιο ποτάμι που διασχίσαμε. Μετά, μας έβαλαν σε ένα σκάφος ... όχι φουσκωτό. Ήταν ξύλινο σκάφος. Δεν είδαμε κανένα σύμβολο ούτε τίποτα άλλο επάνω του. Και τότε, μας απώθησαν προς την τουρκική πλευρά. Έπειτα, ήρθε η τουρκική αστυνομία και μας συνέλαβε.

 

Ο Muhammad ανέφερε ότι είδε ορισμένα από τα υπόλοιπα άτομα της ομάδας να ξυλοκοπούνται με ξύλινο ραβδί. Ο ίδιος δεν υπέστη σωματική βία.

 

Ο Ahmed (ψευδώνυμο), ο 42χρονος Σύρος που ταξίδευε μαζί με τον 10χρονο γιο του, ο οποίος δέχθηκε επίθεση από τους κουκουλοφόρους τον Ιούλιο ενώ προσπαθούσε να φτάσει στη Λέσβο, μας είπε ότι στις 3 ή στις 5 Αυγούστου ο ίδιος και ο γιος του διέσχισαν τον ποταμό Έβρο μαζί με άλλα 20 άτομα. Στο δάσος τούς σταμάτησαν κάποιοι που ο Ahmed περιέγραψε ως αστυνομικούς και τους κράτησαν μέσα στο δάσος για περίπου 16 ώρες. Τους έδωσαν τροφή και νερό. Τελικά, ήρθε ένα λεωφορείο το οποίο και τους μετέφερε σε διαφορετικό σημείο του ποταμού:

 

Μας είπαν να γυρίσουμε στην Τουρκία. Τους παρακαλέσαμε να μην μας στείλουν πίσω, αλλά εκείνοι μας κούνησαν τα όπλα τους και μας είπαν να μπούμε στα μικρά σκάφη και να κατευθυνθούμε προς την Τουρκία. Στην ελληνική όχθη, οι αστυνομικοί έφεραν άλλους δύο Ιρακινούς για να έρθουν μαζί μας. Οι Ιρακινοί είχαν συλληφθεί στη Βουλγαρία και σταλεί στην Ελλάδα.

 

Στις 25 Μαΐου, η Human Rights Watch πραγματοποίησε συνέντευξη με τον Mahmoud, έναν άνδρα 21 ετών από τη Συρία ο οποίος, μαζί με άλλους τέσσερις Σύρους, είχε επιχειρήσει να διασχίσει τα χερσαία σύνορα στον Έβρο για να περάσει από την Τουρκία στην Ελλάδα. Ο Mahmoud ανέφερε ότι στις 12 Μαΐου, δύο έλληνες συνοριακοί φύλακες συνέλαβαν τον ίδιο και άλλους λίγο αφότου είχαν περάσει τον φράχτη από την Τουρκία, και τους μετέφεραν στο ελληνικό τμήμα συνοριακής φύλαξης Διδυμοτείχου. Παρέμειναν υπό κράτηση μαζί με άλλους 9 Σύρους και 25 Αφγανούς από τις 11.30 μ.μ. περίπου έως τις 8 μ.μ. της επόμενης ημέρας, οπότε οδηγήθηκαν με αστυνομικό λεωφορείο σε άλλο σημείο του ποταμού Έβρου, σε απόσταση 30 λεπτών.

Όταν κατέβηκαν από το λεωφορείο, είδε έξι αξιωματικούς, τους οποίους περιέγραψε ως «καταδρομείς», με μαύρες ή σκούρες μπλε στολές και κουκούλες που κάλυπταν ολόκληρο το πρόσωπο, δύο άλλους αξιωματικούς με την ίδια στολή που κάθονταν σε μια φουσκωτή λέμβο στο ποτάμι, καθώς και ένα πρόσωπο το οποίο ο ίδιος αναγνώρισε ως ανώτερό τους, που φορούσε στολή με γκρίζο, ανοιχτό καφέ και σκούρο πράσινο χρώμα:

Μας έβαλαν να σχηματίσουμε μια σειρά και μας απαγόρευσαν να σηκώσουμε το κεφάλι. Ένας από εμάς σήκωσε το κεφάλι του και τον χαστούκισαν τρεις φορές. Δεν μας επιτρεπόταν να μιλήσουμε. Μας πήραν τις μπαταρίες από τα τηλέφωνά μας και τις έβαλαν όλες σε μια πλαστική σακούλα. Εμένα το δικό μου ήταν ένα iPhone και δεν μπορούσαν να αφαιρέσουν τη μπαταρία, οπότε το κράτησαν και δεν το πήρα ποτέ πίσω. Μας πέρασαν στην απέναντι πλευρά [Τουρκία] σε τρία δρομολόγια.