Ασυνόδευτα παιδιά περιμένουν στην ουρά για το βραδινό φαγητό τους σε κέντρο κράτησης που διαχειρίζεται η ελληνική αστυνομία.  

© 2015 Kelly Lynn Lunde

(Αθήνα) – Ο αριθμός των ασυνόδευτων παιδιών μεταναστών που κρατούνται  σε ακατάλληλα κελιά αστυνομικών τμημάτων και κέντρα κράτησης στην Ελλάδα έχει αυξηθεί σε ανησυχητικό βαθμό,  ανέφερε σήμερα η Human Rights Watch σε επιστολή της προς τον Υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής κ. Γιάννη Μουζάλα.

Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κρατικό φορέα, στις 19 Ιουλίου 2017 εκτιμάται ότι 117 παιδιά  κρατούνταν από την αστυνομία υπό συνθήκες φύλαξης  αναμένοντας τη μετακίνησή τους σε δομές φιλοξενίας. Ο αριθμός αυτός έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τον αντίστοιχο του Νοεμβρίου 2016, όταν κρατούνταν μόνο 2 ασυνόδευτα παιδιά. Είναι επιτακτική ανάγκη η ελληνική κυβέρνηση  να λάβει μέτρα για να μειώσει τον αριθμό των ασυνόδευτων ανήλικων μεταναστών υπό αστυνομική κράτηση, ανέφερε η Human Rights Watch. 

«Αντί να τους παρέχεται φροντίδα, δεκάδες ευάλωτα παιδιά κλειδώνονται σε βρώμικα, συνωστισμένα κελιά μαζί με ενήλικες άντρες με τους οποίους δεν έχουν συγγενική σχέση” είπε η Eva Cossé, ερευνήτρια της Human Rights Watch, υπεύθυνη για την Ελλάδα. «Είναι χρέος της ελληνικής κυβέρνησης να βάλει τέλος σε αυτή την καταχρηστική πρακτική και να μεριμνήσει για τη φροντίδα και την προστασία των παιδιών».

Στο πλαίσιο της έρευνας που διεξήγαγε η Human Rights Watch έχει τεκμηριωμένα διαπιστωθεί η αυθαίρετη και παρατεταμένη κράτηση των ασυνόδευτων παιδιών μεταναστών σε κελιά αστυνομικών τμημάτων και σε άλλα κέντρα κράτησης κατά παραβίαση του διεθνούς και του εθνικού ελληνικού δικαίου. Βάσει της ελληνικής νομοθεσίας τα ασυνόδευτα παιδιά πρέπει να μεταφέρονται σε ασφαλείς δομές φιλοξενίας, αλλά η Ελλάδα πάσχει από χρόνια έλλειψη θέσεων σε κατάλληλους ξενώνες.

Η Human Rights Watch τόνισε επίσης ότι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να μεταθέσει την ευθύνη και τη χρηματοδότηση για τη διαχείριση των ασυνόδευτων παιδιών μεταναστών από τις μη κυβερνητικές οργανώσεις στην ελληνική κυβέρνηση είναι πιθανό να επιδεινώσει την έλλειψη των κατάλληλων χώρων φιλοξενίας για ασυνόδευτα παιδιά. Οι μη κυβερνητικές ομάδες δήλωσαν ότι αυτή η μετάθεση της ευθύνης θα έχει ως επακόλουθο να κλείσουν τουλάχιστον πέντε ξενώνες για ασυνόδευτα παιδιά στην Ελλάδα.

Περιμένοντας να βρεθεί μία θέση σε ξενώνα, τα ασυνόδευτα παιδιά κρατούνται ακόμα και επί σειρά εβδομάδων ή μηνών υπό ανθυγιεινές συνθήκες και συνθήκες συνωστισμού, ενίοτε μαζί με ενήλικες με τους οποίους δεν έχουν συγγενική σχέση, σε μικρά κελιά εντός αστυνομικών τμημάτων και σε κέντρα κράτησης, με ελάχιστη πρόσβαση σε βασική φροντίδα και υπηρεσίες. Συχνά τα παιδιά αυτά δεν ενημερώνονται για τα δικαιώματά τους ή πώς να αιτηθούν ασύλου. Πολλά παιδιά νιώθουν ψυχολογική δυσφορία η οποία συνδέεται με τις συνθήκες κράτησής τους, διαπίστωσε η Human Rights Watch το 2016.

Στο πλαίσιο έκθεσης με ημερομηνία 20 Ιουλίου 2017, η Human Rights Watch  διαπίστωσε επίσης ότι ο φόβος κράτησης μπορεί να αποτρέψει τα παιδιά από την καταγραφή τους ως ανηλίκων ενώπιον των αρχών και ότι οι πλημμελείς διαδικασίες ηλικιακού προσδιορισμού καθιστούν το πρόβλημα ακόμα πιο πολύπλοκο. Τα παιδιά αυτά ούτε αντιμετωπίζονται ούτε αναγνωρίζονται ως ανήλικοι και βρίσκονται εκτός του πλαισίου πρόνοιας, με αποτέλεσμα να είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα στη βία, την εκμετάλλευση και την κακοποίηση.

Η Human Rights Watch παρότρυνε τον κ. Μουζάλα, αρμόδιο για τη μεταναστευτική πολιτική, να λάβει επειγόντως μέτρα ώστε να βρεθούν εναλλακτικές λύσεις αντί της κράτησης των ασυνόδευτων παιδιών. Η ελληνική νομοθεσία και πρακτική πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να διασφαλιστεί ότι τα παιδιά θα κρατούνται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις και για το συντομότερο αναγκαίο χρονικό διάστημα.

Ακόμα και πριν από οποιαδήποτε αλλαγή της νομοθεσίας ή της δημιουργίας επαρκών ειδικών ξενώνων, οι αρχές δεν πρέπει να κρατούν τα παιδιά σε κελιά της αστυνομίας, όταν υπάρχουν διαθέσιμες δομές που τους προσφέρουν καλύτερες συνθήκες. Οι Αρχές πρέπει να μεταφέρουν τα παιδιά σε μεταβατικές δομές, συμπεριλαμβανομένων ειδικών χώρων αποκλειστικά για ασυνόδευτα παιδιά σε προσφυγικούς καταυλισμούς και σε άλλες ανοικτές δομές.

Καταγραφή Ασυνόδευτων Παιδιών Μεταναστών

Οι Ελληνικές αρχές έχουν επίσημα καταγράψει περισσότερα από 1.800 ασυνόδευτα παιδιά αιτούντα άσυλο και μετανάστες, που έφτασαν στην Ελλάδα εντός των πέντε πρώτων μηνών του 2017. Πολλά από αυτά προέρχονται από τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ, χώρες οι οποίες μαστίζονται από ένοπλες συγκρούσεις και σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Άλλα, όπως τα παιδιά από το Πακιστάν, προσπαθούν να ξεφύγουν από τις διακρίσεις και τη φτώχεια.

Η Ελληνική νομοθεσία αναγνωρίζει τις υποχρεώσεις του κράτους να φροντίζει και να προστατεύει τα ασυνόδευτα παιδιά μετανάστες. Βάσει της Ελληνικής νομοθεσίας, το κράτος οφείλει να ορίζει έναν επίτροπο για κάθε παιδί ώστε να το εκπροσωπεί σε οποιαδήποτε νομική ή δικαστική διαδικασία, να ακούει τις απόψεις του πριν από κάθε λήψη απόφασης και να ενεργεί προς το βέλτιστο συμφέρον του. Η Human Rights Watch όμως, διαπίστωσε ότι οι αρχές στη Λέσβο συχνά καταγράφουν τα ασυνόδευτα παιδιά μετανάστες ως ενήλικες. Τα παιδιά αυτά είναι ουσιαστικά αόρατα και εκτός του πλαισίου πρόνοιας, με αποτέλεσμα να είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα στη βία, την εκμετάλλευση και την κακοποίηση.

Η Ελληνική Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΥΠ.Υ.Τ.) οφείλει να μεριμνά για την υποδοχή υπηκόων τρίτων χωρών κατά την είσοδό τους στη χώρα μέσω των νησιών, υπό συνθήκες που να διασφαλίζουν το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Οι νέο-αφικνούμενοι μεταφέρονται στα κέντρα διεκπεραίωσης των αιτημάτων ασύλου που διαχειρίζεται η Ε.Ε. στα ελληνικά νησιά, τα λεγόμενα hotspots, για ταυτοποίηση και καταγραφή.

Η ΥΠ.Υ.Τ. είναι υπεύθυνη για την ταυτοποίηση και καταγραφή ατόμων που ανήκουν σε «ευάλωτες» ομάδες κατά την άφιξή τους, στις οποίες θα έπρεπε να περιλαμβάνονται και τα ασυνόδευτα παιδιά μετανάστες. Σε αυτό της το έργο δέχεται την υποστήριξη της Ελληνικής Αστυνομίας, φορέων της Ε.Ε., όπως ο φορέας φύλαξης συνόρων Frontex, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης και ιατρικών μη κυβερνητικών οργανώσεων. Η ΥΠ.Υ.Τ. είναι υπεύθυνη για την παραπομπή των ασυνόδευτων παιδιών μεταναστών στις κοινωνικές υπηρεσίες και την ενημέρωσή τους σχετικά με τα δικαιώματά τους, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματός τους να ζητήσουν άσυλο. Σε επιστολή της με ημερομηνία 10 Ιουλίου προς τη Human Rights Watch, η ΥΠ.Υ.Τ. αναφέρει ότι δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στις διαδικασίες για τα ασυνόδευτα παιδιά τα οποία «λαμβάνουν συγκεκριμένες πληροφορίες προσαρμοσμένες στην ηλικία τους ή στην ωριμότητά τους σχετικά με το νομικό καθεστώς τους και τις δυνατότητες διαδικαστικών κινήσεων που παρέχονται στις επόμενες φάσεις της διαδικασίας». Στην πράξη όμως, στη Λέσβο, η Human Rights Watch διαπίστωσε ότι η ΥΠ.Υ.Τ. αποτυγχάνει να εκπληρώσει τα καθήκοντά της προς αυτά τα παιδιά.

Ο «Zahid», ένα αγόρι από το Πακιστάν, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν 16 ετών όταν έφτασε στη Λέσβο τον Μάρτιο του 2016, περιέγραψε την ανεπαρκή διαδικασία κατά την πρώτη του επαφή με τις αρχές :

Όταν έφτασα, ήμουν 16 ετών αλλά αυτοί [οι αρχές] έγραψαν στα χαρτιά 19. Δεν με πήγαν καν στο γιατρό… Με ρώτησαν το όνομά μου, την ηλικία μου και στη συνέχεια πήραν τα δακτυλικά μου αποτυπώματα… Τους είπα ότι ήμουν 16. Με ξεχώρισαν από τους άλλους και με πήγαν εκεί όπου βρίσκονται τα ασυνόδευτα παιδιά [ένας ειδικός χώρος αποκλειστικά για τα ασυνόδευτα παιδιά μέσα στο hotspot της Μόριας]. Με κράτησαν εκεί 10-15 μέρες και στη συνέχεια με έβγαλαν και πάλι έξω. Ποτέ δεν μου εξήγησαν γιατί, απλώς με έβγαλαν έξω από εκεί. Στη συνέχεια έμεινα με άλλους ανθρώπους, έξω [από το χώρο για τα παιδιά]… Δεν ξέρω γιατί άλλαξαν την ηλικία μου. Τους ρώτησα πολλές φορές και το μόνο που μου είπαν ήταν να υπογράψω κάτι χαρτιά.

Δεκαπέντε μήνες μετά από την άφιξή του, ο Zahid, 17 ετών σήμερα, εξακολουθούσε να θεωρείται ενήλικας από τις αρχές και η πραγματική του ηλικία δεν είχε επίσημα αναγνωριστεί.

Παιδιά που Ισχυρίζονται ότι είναι Ενήλικες

Η Human Rights Watch μίλησε με έξι παιδιά στη Λέσβο που ανέφεραν ότι ψευδώς ισχυρίστηκαν πως είναι ενήλικες όταν έφτασαν στην Ελλάδα. Το έκαναν, όπως είπαν, επειδή φοβούνταν την κράτηση ή επειδή είχαν ακούσει εσφαλμένες πληροφορίες από τους διακινητές ή άλλους μετανάστες ότι η καταγραφή ως παιδί θα οδηγούσε σε χειρότερες εκβάσεις, όπως ο χωρισμός από φίλους και μακρινούς συγγενείς. Όταν συνειδητοποίησαν τις δυσάρεστες συνέπειες της καταγραφής τους ως ενηλίκων ή επειδή έλαβαν τελικά σωστές συμβουλές, είπαν ότι δήλωσαν στους αξιωματούχους πως επιθυμούσαν να διορθώσουν την ηλικία τους, αλλά αντιμετώπισαν πολλά εμπόδια.

Ο «Hassan», ένα αγόρι από το Αφγανιστάν, είπε πως όταν έφτασε τον Ιούνιο του 2016 ήταν 15 ετών:

Προτού γίνει η καταγραφή μου, αρκετοί Αφγανοί μου είπαν «μη δηλώσεις την πραγματική σου ηλικία γιατί θα σε κλείσουν μέσα στον χώρο για τα παιδιά…. Αυτοί [οι αρχές] μου είπαν «φαίνεσαι ανήλικος, αν έχεις χαρτιά δείξ’ τα σε εμάς». Είπα ότι δεν έχω χαρτιά και επειδή οι άλλοι μου είχαν πει να μην πω ότι είμαι ανήλικος, είπα ότι ήμουν ενήλικας.

Είπε ότι χρειάστηκε να καταθέσουν δύο άλλοι ενήλικες, μη συγγενείς του, που ταξίδευαν μαζί του, ότι είναι ενήλικας ώστε να πείσει τις αρχές. Η ανεπάρκεια των διαδικασιών ταυτοποίησης σημαίνει ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μη αναγνώρισης των παιδιών που είναι θύματα διακίνησης (trafficking).
 

O Hassan, ο οποίος είναι τώρα 16 ετών, έζησε για περισσότερους από οκτώ μήνες μαζί με τον γενικό πληθυσμό του καταυλισμού της Μόριας, ως επί το πλείστον μαζί με ανύπαντρους ενήλικες άντρες που δεν ήταν συγγενείς του. Tον Μάιο, όταν μας παραχώρησε τη συνέντευξη, ζούσε ήδη δύο μήνες σε ασφαλή χώρο στο hotspot της Μόριας όπου ζουν άνδρες 18 έως 22 ετών και ορισμένοι των οποίων η ηλικία αμφισβητείται. Υπεύθυνη για τη λειτουργία του χώρου αυτού είναι η ΥΠ.Υ.Τ. Ο Hassan είπε ότι η ηλικία του είχε επισήμως αναγνωριστεί από την Ελληνική Υπηρεσία Ασύλου (ΕΑΣ), στο πλαίσιο της διαδικασίας αίτησης ασύλου, αλλά εκκρεμούσε ακόμη η αναγνώρισή της από την ΥΠ.Υ.Τ.

[Από την ΥΠΥ.Τ. μου είπαν] «Είσαι φιλοξενούμενος στον χώρο μας και δεν είμαστε πλέον υπεύθυνοι για σένα». Ήθελα απλά να μάθω τι θα μου συμβεί και αν θα μεταφερθώ σε ένα σπίτι [για ασυνόδευτα παιδιά] και αν θα πάω στο σχολείο».

Σύμφωνα με μη κυβερνητικές ομάδες και με συνεντεύξεις παιδιών, όταν τα μέτρα κράτησης για τα ασυνόδευτα παιδιά χαλάρωσαν στο νησί της Λέσβου, στα τέλη του 2016, και επετράπη στα παιδιά να μπαίνουν και να βγαίνουν από τον χώρο για ασυνόδευτα παιδιά μετανάστες, πολλά παιδιά που είχαν αρχικά δηλώσει ψευδή ηλικία και είχαν καταγραφεί ως ενήλικες από τον φόβο της κράτησης, είπαν ότι άλλαξαν γνώμη κι επιθυμούσαν να καταγραφεί η πραγματική τους ηλικία. Άλλα επιδίωξαν να το κάνουν όταν έλαβαν κατάλληλες πληροφορίες από μη κυβερνητικές ομάδες, οι οποίες τους συμβούλευσαν να πουν την αλήθεια.

Ανεπαρκής Προσδιορισμός της Ηλικίας

Όταν οι αρχές έχουν αμφιβολίες σχετικά με το αν ένα άτομο είναι παιδί, η Ελληνική νομοθεσία απαιτεί να παρέχεται αρχικά στο άτομο αυτό το ευεργέτημα της αμφιβολίας, λειτουργώντας επί της υπόθεσης ότι είναι παιδί, και στη συνέχεια να πραγματοποιείται εκτενής προσδιορισμός της ηλικίας.

Η UNHCR και η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχουν δώσει οδηγίες στις χώρες να μην βασίζουν τον προσδιορισμό της ηλικίας αποκλειστικά στην εξωτερική εμφάνιση του παιδιού ή σε μια μόνο ιατρική εξέταση, αλλά να εξετάζουν επίσης και την ψυχολογική ωριμότητα και το περιθώριο σφάλματος των ιατρικών εξετάσεων (που μπορεί να ανέρχεται ακόμη και στα πέντε έτη) και να παρέχουν το ευεργέτημα της αμφιβολίας όταν προβαίνουν σε ηλικιακό προσδιορισμό. Από δεοντολογική άποψη, τέτοιου είδους εξετάσεις δεν παρέχουν κανένα ιατρικό όφελος και το περιθώριο σφάλματος είναι τόσο ευρύ που οι εξετάσεις δεν μπορούν να προσδιορίσουν αυτό που υποτίθεται ότι πρέπει να εξακριβώσουν.

Οι βέλτιστες πρακτικές ηλικιακού προσδιορισμού απαιτούν μια διεπιστημονική προσέγγιση. Οποιαδήποτε ιατρική εξέταση θα πρέπει να είναι μη επεμβατική. Οι ακτινογραφίες για τον ηλικιακό προσδιορισμό θεωρούνται όλο και συχνότερα ως παραβίαση της ιατρικής δεοντολογίας επειδή εκθέτουν τα παιδιά σε ακτινοβολία χωρίς να υπάρχει ιατρικός λόγος.

Όσο η διαδικασία προσδιορισμού της ηλικίας βρίσκεται σε εξέλιξη, το άτομο δεν θα πρέπει να κρατείται ή να φιλοξενείται μαζί με ενήλικες με τους οποίους δεν έχει συγγένεια.

Από τις 13 Οκτωβρίου 2013, μια απόφαση του Υπουργού Υγείας (Υπ. Απόφαση 92490/2013) όρισε για πρώτη φορά μια διαδικασία προσδιορισμού της ηλικίας εφαρμόσιμης εντός του πλαισίου που τότε αποκαλούνταν Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής και πλέον αποκαλείται ΥΠ.Υ.Τ.

Η υπουργική απόφαση αναφέρει ότι σε περιπτώσεις όπου υπάρχει βάσιμη αμφιβολία σχετικά με την ηλικία υπηκόου τρίτης χώρας και το άτομο ενδέχεται να είναι παιδί, αυτό πρέπει να παραπέμπεται στην ομάδα ιατρικού ελέγχου και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης της ΥΠ.Υ.Τ. για ηλικιακό προσδιορισμό. Αρχικά, ο ηλικιακός προσδιορισμός θα βασίζεται στη σωματική εμφάνιση, σε στοιχεία όπως ύψος, βάρος, δείκτης μάζας σώματος, φωνή και ανάπτυξη τριχοφυΐας και θα ακολουθεί κλινική εξέταση από παιδίατρο. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατός ο επαρκής προσδιορισμός της ηλικίας, ο ψυχολόγος μαζί με τον κοινωνικό λειτουργό θα αξιολογούν τη γνωσιακή, συμπεριφορική και ψυχολογική ανάπτυξη του ατόμου.

Αν δεν υπάρχει παιδίατρος ή αν το διεπιστημονικό προσωπικό δεν μπορεί να εξαγάγει απόλυτα συμπεράσματα –και μόνον ως ύστατο μέτρο, αναφέρει η απόφαση– το άτομο θα παραπέμπεται σε δημόσιο νοσοκομείο για εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις, όπως οδοντιατρική εξέταση ή ακτινογραφία καρπού. Το προσωπικό εκεί οφείλει να εξηγεί με σαφήνεια τους στόχους και τις διαδικασίες στο άτομο που θα εξεταστεί.

Σε επιστολή της με ημερομηνία 10 Ιουλίου προς τη Human Rights Watch, η ΥΠ.Υ.Τ. αναφέρει «Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να υπερισχύει η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας. Κατά τη διαδικασία ηλικιακού προσδιορισμού, καθώς και σε περίπτωση αμφιβολιών έπειτα από την ολοκλήρωσή της, υπερισχύει η υπόθεση της ανηλικότητας».

Η Human Rights Watch διαπίστωσε ότι η διαδικασία ηλικιακού προσδιορισμού που προβλέπεται από την Ελληνική νομοθεσία δεν τηρείται στην πράξη στη Λέσβο. Και τα 14 συνολικά ερωτηθέντα άτομα, που δήλωσαν κατά την άφιξή τους στις αρχές ότι ήταν κάτω των 18, είπαν ότι είχαν καταγραφεί ως ενήλικες έπειτα από μια πρόχειρη εκτίμηση της ηλικίας, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις συνίστατο σε μια επίσκεψη στο τοπικό νοσοκομείο και σε μια γρήγορη εξέταση των δοντιών τους. Κανένα από τα παιδιά που είχαν περάσει από αυτήν την ιατρική εξέταση, δεν είχε μιλήσει προηγουμένως, ή και ποτέ, σε ψυχολόγο ή σε κοινωνικό λειτουργό σχετικά με την εκτίμηση της ηλικίας τους. Παρόλο που δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία η οποία προβλέπεται από την Ελληνική νομοθεσία, η ΥΠ.Υ.Τ. τα καταχώρησε ως ενήλικες.

Ο «Akash», ο οποίος είναι από το Μπαγκλαντές και είπε ότι έκλεισε τα 18 τον Μάρτιο, έφτασε στη Λέσβο το καλοκαίρι του 2016, όταν ήταν 17 ετών. Είπε ότι οι αρχές κατέγραψαν πως ήταν 18 ετών, έπειτα από μια γρήγορη επίσκεψη στο νοσοκομείο. «Στην αρχή, έγραψαν ότι ήμουν 17 αλλά στη συνέχεια με πήγαν στον γιατρό και έγραψαν 18». Είπε:

Όταν με πήγαν στον γιατρό, ο γιατρός εξέτασε τα δόντια μου προκειμένου να προσδιορίσει την ηλικία μου. Όμως, δεν καταλαβαίνω. Υπάρχουν άνθρωποι στους οποίους οι φρονιμίτες βγαίνουν στην ηλικία των 17 ετών, άλλοι στους οποίους αυτό συμβαίνει στην ηλικία των 18 και άλλοι στην ηλικία των 22 ετών. Ο γιατρός απλά εξέτασε τα δόντια μου. Άλλαξαν την ηλικία μου [σε 18] και με έβγαλαν [από τον χώρο για τα παιδιά].

Ο Akash είπε ότι έμεινε περισσότερους από τέσσερις μήνες με τον γενικό πληθυσμό του χώρου πριν μεταφερθεί σε μια προστατευμένη περιοχή μέσα στη Μόρια, την οποία διαχειρίζεται η ΥΠ.Υ.Τ., για άτομα μεταξύ 18 – 22 ετών. Στις αρχές Ιουνίου 2017 μεταφέρθηκε και πάλι εκτός, μαζί με τον γενικό πληθυσμό, λόγω έλλειψης χώρου. Η πραγματική του ηλικία δεν αναγνωρίστηκε ποτέ επίσημα. «Προσπάθησα όσο πιο πολύ μπορούσα, αλλά αυτοί [οι αρχές] ποτέ δεν δέχτηκαν την ηλικία μου», είπε.

Αμφισβήτηση του προσδιορισμού ως ενήλικα

Από τη στιγμή που τα παιδιά καταγράφονται ως ενήλικες, είτε έπειτα από μια βιαστική διαδικασία ηλικιακού προσδιορισμού είτε επειδή αρχικά είχαν ισχυριστεί ότι είναι ενήλικες, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να αλλάξει το καθεστώς τους και να καταγραφούν ως παιδιά.

Σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία, έπειτα από την ολοκλήρωση ηλικιακού προσδιορισμού από την ΥΠ.Υ.Τ., το άτομο πρέπει να ενημερωθεί σε γλώσσα που κατανοεί σχετικά με τους λόγους της απόφασης. Έχει δικαίωμα ένστασης εντός 10 ημερών, αλλά η ΥΠ.Υ.Τ. απαιτεί από όποιον υποβάλλει ένσταση να παράσχει πρωτότυπο έγγραφο ταυτότητας ή πρωτότυπο έγγραφο διαβατηρίου αποδεικτικό της ηλικίας του, επίσημα μεταφρασμένο ή θεωρημένο κατά την ίδια αυτή περίοδο.

Όλα τα ερωτηθέντα παιδιά είπαν ότι αντιμετώπισαν πρακτικές δυσκολίες ως προς την απόκτηση εγγράφων ταυτότητας αποδεικτικών της ηλικίας τους εντός της περιόδου 10 ημερών. Η Human Rights Watch διαπίστωσε ότι όλες οι ενστάσεις που υποβλήθηκαν από ερωτηθέντα παιδιά είχαν απορριφθεί από την ΥΠ.Υ.Τ. Απορρίπτοντας τις εντάσεις, η ΥΠ.Υ.Τ. δεν λάμβανε υπόψη τις αποδεδειγμένες και αντικειμενικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν τα παιδιά στη θεώρηση ή την επίσημη μετάφραση των εγγράφων ή στην αναζήτηση νομικής βοήθειας.

Μερικά παιδιά ανέφεραν ότι δεν είχαν γονείς ή συγγενείς στις πατρίδες τους ώστε να τους στείλουν τα έγγραφα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η ιδιότητά τους ως προσφύγων ήταν τέτοια που θα τα έθετε σε κίνδυνο αν έρχονταν σε επαφή με τις πρεσβείες τους ή με συγγενείς τους στην πατρίδα τους.

Για τα περισσότερα παιδιά, η μοναδική ευκαιρία να προσπαθήσουν να προσδιορίσουν επίσημα την ηλικία τους δόθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο, κατά τη συνέντευξη για το άσυλο, την οποία διεξάγει είτε το προσωπικό της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου είτε αξιωματούχοι από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO). Η Ελληνική νομοθεσία ορίζει εγγυήσεις για τα παιδιά σε αυτή τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του διορισμού ενός επιτρόπου ο οποίος θα διαφυλάττει τα δικαιώματα και το συμφέρον του παιδιού κατά τη διαδικασία ηλικιακού προσδιορισμού, καθώς και την εγγύηση ότι το άτομο το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι παιδί πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ανήλικος μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ηλικιακού προσδιορισμού. Ο νόμος επίσης ρητά προβλέπει για τον αιτούντα το ευεργέτημα της αμφιβολίας, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, αν η ηλικία του ατόμου δεν έχει οριστικά καθοριστεί.

Η Human Rights Watch διαπίστωσε πως, αναφορικά με παιδιά που έχουν εσφαλμένα καταγραφεί ως ενήλικες από την ΥΠ.Υ.Τ., η υπηρεσία ασύλου δεν αποκλίνει από τα ευρήματα της ΥΠ.Υ.Τ., εκτός αν παρέχονται αδιάσειστα στοιχεία. Σε επιστολή προς τη Human Rights Watch, στις 12 Ιουλίου, η υπηρεσία ασύλου επιβεβαίωσε ότι δεν μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα που έχουν καταγραφεί από την ΥΠ.Υ.Τ. και από την αστυνομία κατά την αρχική καταχώρηση «εκτός αν ο αιτών παρουσιάσει αδιάσειστα στοιχεία (π.χ. πρωτότυπο διαβατήριο που δεν έχει παρουσιάσει στην ΥΠ.Υ.Τ. ή στην αστυνομία) που να αποδεικνύουν το αντίθετο». Η διαδικασία ενώπιον της υπηρεσίας ασύλου μπορεί να διαρκέσει μήνες και, όσο αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη, τα παιδιά που είχαν παραχωρήσει συνέντευξη στη Human Rights Watch αντιμετωπίζονταν ως ενήλικες.

Ο «Anush», ένα αγόρι από το Αφγανιστάν που ανέφερε ότι αρχικά είχε καταχωρηθεί ως ενήλικας τον Αύγουστο του 2016, προσπάθησε να αναγνωριστεί η πραγματική του ηλικία – 16 ετών – κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του για άσυλο το Φεβρουάριο του 2017:

Επειδή τους είπα ότι είμαι παιδί, δεν μου έκαναν πολλές ερωτήσεις. Βασικά, με ρώτησαν γιατί ήρθα από την Τουρκία και γιατί δεν έμεινα εκεί… Η συνέντευξη κράτησε μία ώρα. Με ρώτησαν: «Γιατί δεν έμεινες στην Τουρκία; Γιατί δεν πήγες στα γραφεία της Ύπατης Αρμοστείας των Η.Ε. για τους Πρόσφυγες (UNHCR) να καταχωρηθείς εκεί;» Τους είπα πως όταν ήμουν στην Τουρκία, ένας τύπος [διακινητής] με είχε σχεδόν φυλακισμένο και επίσης, επειδή είμαι ανήλικος, δεν μπορούσα να έχω πρόσβαση σε σχολείο ή να πάω στο νοσοκομείο.

Ένας εργαζόμενος σε μη κυβερνητική ομάδα που υποστηρίζει τον «Anush» στην υπόθεσή του, είπε:

Προσκόμισε το πρωτότυπο πιστοποιητικό γέννησής του εδώ και δυόμιση και πλέον μήνες. Πήγαμε στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), το υποβάλαμε και τον καταχωρήσαμε ως ανήλικο. Το έγγραφο ελέγχθηκε από τη Frontex ως προς τη γνησιότητά του. Έπειτα από αναμονή μεγαλύτερη των δύο μηνών, ο Anush πάει να ανανεώσει την κάρτα ασύλου του και του δίνουν ραντεβού για δεύτερη συνέντευξη, ως ενήλικα… Πάμε πάλι σήμερα και ο αξιωματούχος της EASO λέει ενώπιον του Anush και του δικηγόρου ότι πρέπει να κάνουμε νέα καταχώρηση και ότι είχαν ξεχάσει πως είχαμε ήδη υποβάλλει τα χαρτιά. Σήμερα, ο Anush έχασε παντελώς την εμπιστοσύνη του στο σύστημα και σε εμάς.

Όταν μας παραχώρησε τη συνέντευξη, τον Μάιο, ο Anush ζούσε μαζί με ενήλικες στην Μόρια και η πραγματική του ηλικία ακόμη δεν είχε αναγνωριστεί επίσημα.

Σε επιστολή της 12ης Ιουλίου προς τη Human Rights Watch, η υπηρεσία ασύλου ανέφερε ότι, αν κατά τα φαινόμενα ο αιτών άσυλο είναι παιδί που ταξιδεύει ασυνόδευτο, οι αξιωματούχοι της έχουν εντολές να αντιμετωπίσουν την υπόθεση ως τέτοια. Ο αξιωματούχος υποχρεούται να ενημερώσει τον εισαγγελέα, ο οποίος θα δράσει ως προσωρινός επίτροπος, και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Σε γενικότερο πλαίσιο, η υπηρεσία ασύλου ανέφερε ότι οι αξιωματούχοι της έχουν οδηγίες να πραγματοποιούν τις συνεντεύξεις ασύλου πάντοτε λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.​

Παιδιά σε Κίνδυνο

Τα ασυνόδευτα παιδιά είναι από τους πλέον ευάλωτους μετανάστες παγκοσμίως. Το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και η νομοθεσία της Ε.Ε., αναγνωρίζουν τον ευάλωτο χαρακτήρα τους και υποχρεώνουν τις χώρες να παρέχουν φροντίδα στα ασυνόδευτα παιδιά. Το διεθνές δίκαιο ορίζει ότι το συμφέρον του παιδιού είναι το κύριο ζήτημα σε κάθε απόφαση που επηρεάζει το παιδί και ότι τα παιδιά που έχουν στερηθεί το οικογενειακό τους περιβάλλον δικαιούνται να τύχουν ειδικής προστασίας και βοήθειας από το κράτος.

Η αδυναμία πραγματοποίησης ορθών εκτιμήσεων περί της ηλικίας και του ευάλωτου χαρακτήρα σημαίνει ότι πολλά παιδιά δεν αναγνωρίζονται ως ανήλικοι. Τα περισσότερα από αυτά καταλήγουν σε ακατάλληλους χώρους και στεγάζονται με υπερβολικά μεγάλο αριθμό ατόμων, χωρίς συνθήκες υγιεινής και με κίνδυνο για τη σωματική τους υγεία και την καλή ψυχολογική τους κατάσταση. Παραμένουν στο ύπαιθρο στα ελληνικά νησιά σε επίσημους και μη επίσημους χώρους, μοιράζονται σκηνές ή μένουν σε κοντέινερ με ενήλικες που δεν γνωρίζουν και εκτίθενται σε συχνά περιστατικά βίας. Δεν μπορούν να πάνε στο σχολείο ή να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση με άλλο τρόπο.

Χωρίς προσχεδιασμό και ανάλογα με τη χωρητικότητα, οι αρχές στην Λέσβο τοποθετούν τα άτομα που επιδιώκουν να αποδείξουν ότι είναι κάτω των 18 ετών σε προστατευμένες περιοχές εντός του hotspot της Μόριας. Ορισμένα από τα ερωτηθέντα παιδιά διέμεναν εκεί κατά την περίοδο της συνέντευξης. Όμως ο αυξημένος αριθμός αφίξεων και ο μεγάλος αριθμός ατόμων έχουν οδηγήσει στη μετακίνηση αυτών των παιδιών σε μέρη εκτός των προστατευόμενων περιοχών. Άλλα από την άφιξή τους στο νησί διαμένουν στο ύπαιθρο μαζί με ενήλικες, ανύπαντρους άντρες που δεν είναι συγγενείς τους.

Δεν υπάρχουν αξιόπιστες εκτιμήσεις του αριθμού των παιδιών που μπορεί να έχουν καταγραφεί ως ενήλικες και που δεν έχουν ταυτοποιηθεί από μη κυβερνητικές ομάδες ή από άλλους ή που δεν έχουν κάνει την παρουσία τους γνωστή με άλλο τρόπο στις αρχές και δεν λαμβάνουν την ειδική προστασία και φροντίδα, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με το Ελληνικό και το διεθνές δίκαιο.

Η Ανθή Καραγγελή, διευθύντρια της ΥΠ.Υ.Τ., επιβεβαίωσε ότι η έλλειψη ειδικού χώρου στο νησί για τις υποθέσεις όπου υπάρχει αμφισβήτηση της ηλικίας, είναι προβληματική. «Μπορούμε να τους παράσχουμε ειδική μεταχείριση στον βαθμό που το επιτρέπει ο χώρος», ανέφερε.

Ο «Samil», από το Αφγανιστάν, είπε ότι ήταν 14 ετών όταν έφτασε στην Λέσβο. Είπε ότι είχε περάσει περισσότερους από εννέα μήνες ζώντας με τον γενικό πληθυσμό στο κέντρο. Κατά τον χρόνο της συνέντευξης, τον Μάιο, είχε περάσει ένας μήνας από τη μετακίνησή του, μαζί με τον 19άχρονο αδελφό του, στον ειδικό χώρο για τα ασυνόδευτα παιδιά μέσα στη Μόρια. Είπε ότι η πραγματική του ηλικία αναγνωρίσθηκε επίσημα από την υπηρεσία ασύλου, στα τέλη Απριλίου:

Πέρασα εννέα μήνες στη σκηνή…. Και τώρα, είμαι ένα μήνα εδώ [στον ειδικό χώρο για ασυνόδευτα παιδιά]… Όταν ζούσαμε στη σκηνή [με ενήλικες], ζούσαμε κάθε μέρα με τον φόβο, λόγω των πολλών καυγάδων. Έντονος φόβος. Τραυματίστηκα στον ώμο κατά τη διάρκεια ενός καυγά. Η σκηνή μας ήταν στη μέση και την είχαν διαλύσει και την είχαν κάψει δύο φορές... Έφτασα σε σημείο να αυτοτραυματιστώ τρεις φορές.

Συστάσεις

Η Ελληνική κυβέρνηση πρέπει :

  • Να διασφαλίσει ότι υπάρχουν επαρκείς και κατάλληλες εναλλακτικές αντί της κράτησης και να παύσει την αδικαιολόγητη κράτηση ασυνόδευτων παιδιών, η οποία αποτρέπει τα παιδιά να καταγραφούν ως ανήλικοι.
  • Να δημιουργήσει κατάλληλες, ξεχωριστές δομές υποδοχής για νέους ενήλικες και για περιπτώσεις αμφισβητούμενης ηλικίας στα Ελληνικά νησιά και στην ηπειρωτική Ελλάδα και, εν τω μεταξύ, να διασφαλίσει ότι υπάρχουν επαρκείς και προστατευμένες θέσεις στις υφιστάμενες δομές.
  • Να εκπαιδεύσει τους αξιωματούχους της ΥΠ.Υ.Τ. που πραγματοποιούν τον αρχικό έλεγχο καθώς και άλλους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένων της Frontex, του προσωπικού της Ευρωπαϊκής υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο και των αξιωματούχων της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου, να ταυτοποιούν σωστά τα ασυνόδευτα παιδιά, τα θύματα εμπορίας και διακίνησης (trafficking) και τα παιδιά με ειδικές ανάγκες προστασίας και να τα παραπέμπουν στις υπηρεσίες όπως απαιτείται.
  • Να διασφαλίσει ότι ικανοί διερμηνείς βοηθούν τα ασυνόδευτα παιδιά μετανάστες.
  • Να παράσχει στα ασυνόδευτα παιδιά που είναι αναλφάβητα προφορικές και κατάλληλα προσαρμοσμένες για την ηλικία τους πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματά τους στην Ελλάδα ως ανήλικοι.
  • Να διασφαλίσει ότι όλες οι διαδικασίες ηλικιακού προσδιορισμού χρησιμοποιούν μια διεπιστημονική προσέγγιση που δεν βασίζεται αποκλειστικά στην εξωτερική εμφάνιση ή στις ιατρικές ή οδοντιατρικές εξετάσεις. Στις περιορισμένες περιπτώσεις όπου διεξάγονται ιατρικές εξετάσεις, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μη επεμβατικές, μη διεισδυτικές εξετάσεις στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
  • Στην περίπτωση αβεβαιότητας, στα παιδιά των οποίων η ηλικία αμφισβητείται θα δίδεται το ευεργέτημα της αμφιβολίας και αυτά θα αντιμετωπίζονται ως ανήλικοι.
  • Κατά την αντιμετώπιση όσων οι υποθέσεις ηλικιακού προσδιορισμού εκκρεμούν ενώπιον της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου αυτοί θα θεωρούνται παιδιά, μέχρι να λυθεί οριστικά η υπόθεσή τους,
  • Να επανεξετάσει τις υποθέσεις όσων αξιολογήθηκαν ως ενήλικες έπειτα από ανεπαρκείς ή συνοπτικές διαδικασίες ηλικιακού προσδιορισμού και μέχρι τότε, αυτοί να αντιμετωπίζονται ως παιδιά,
  • Να αναμορφώσει την Ελληνική νομοθεσία ώστε να διασφαλίσει ότι οποιοσδήποτε αμφισβητεί τον ηλικιακό προσδιορισμό του ως ενήλικα θα έχει στη διάθεσή του επαρκή και εύλογο χρόνο ώστε να προσκομίσει έγγραφα που θα αποδεικνύουν την ηλικία του,
  • Να παράσχει δωρεάν νομική βοήθεια για τα ασυνόδευτα παιδιά, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ισχυρίζονται ότι είναι κάτω των 18 ετών, σε όλες τις διοικητικές και νομικές διαδικασίες,

Να διεκπεραιώνει τις διαδικασίες επανένωσης για τα μεγαλύτερα παιδιά και, σε ισότιμη βάση, να συνεργάζεται μαζί με τα άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. για την πραγματοποίηση της επανένωσης σε υποθέσεις όπου η καθυστέρηση του κράτους ήταν τέτοια ώστε τα παιδιά συμπλήρωσαν τα 18 έτη κατά την πορεία της διαδικασίας.