(Βρυξέλλες) – Οι καθυστερήσεις στην καταγραφή και η περιορισμένη εφαρμογή πολιτικών προσωρινής προστασίας στην Τουρκία έχουν ως συνέπεια πολλοί Σύροι πρόσφυγες να μένουν χωρίς αποτελεσματική προστασία ή πρόσβαση σε θέσεις εργασίας και υπηρεσίες τις οποίες χρειάζονται απεγνωσμένα, δήλωσε σήμερα η Human Rights Watch. Εφόσον η Τουρκία εξακολουθεί να επιβαρύνεται με τεράστιους αριθμούς προσφύγων και αδυνατεί να παράσχει επαρκή προστασία και ασφάλεια για όλους, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρέπει να στέλνει Σύρους πρόσφυγες πίσω στην Τουρκία.

«Δεδομένου ότι η Τουρκία φιλοξενεί πάνω από δύο εκατομμύρια Σύρους πρόσφυγες, δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί εξ αυτών δεν λαμβάνουν τη στήριξη που χρειάζονται απεγνωσμένα για να διατηρήσουν τα μέσα διαβίωσής τους», δήλωσε η Stephanie Gee, η οποία συμμετέχει ως υπότροφος στο Πρόγραμμα για τα Δικαιώματα των Προσφύγων στη Human Rights Watch. «Η ΕΕ έχει ηθική αλλά και νομική υποχρέωση να αναλάβει ένα μέρος της επιβάρυνσης των προσφύγων θέτοντας τέρμα στις επιστροφές Σύρων προσφύγων στην Τουρκία που γίνονται χωρίς εξέταση των αιτημάτων ασύλου που υποβάλλουν».

Μια συμφωνία, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Μάρτιο του 2016, μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας προβλέπει ότι πολλοί Σύροι αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα θα μπορούν να επιστρέφονται στην Τουρκία χωρίς να αξιολογούνται από την ΕΕ τα αρχικά τους αιτήματα για χορήγηση προστασίας σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούν στις χώρες καταγωγής τους, διότι η Τουρκία είναι «ασφαλής τρίτη χώρα» ή «πρώτη χώρα ασύλου» για αυτούς. «Ασφαλής» για τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης σημαίνει κάτι περισσότερο από το να είναι κάποιος ασφαλής από τον πόλεμο ή τις διώξεις. Σημαίνει ότι ένας πρόσφυγας έχει, σε ατομική βάση, δικαιώματα που προστατεύονται σύμφωνα με τη Σύμβαση για τους πρόσφυγες, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων στην εργασία, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση.

Ωστόσο, οι νόμοι και οι πολιτικές που διέπουν τη ζωή των Σύρων προσφύγων στην Τουρκία δεν τους παρέχουν πλήρη δικαιώματα προσφύγων, ενώ και οι προστατευτικές διατάξεις τις οποίες πράγματι προβλέπουν αυτοί οι νόμοι και οι πολιτικές δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί πλήρως στην πράξη. Κατά συνέπεια, πολλοί Σύροι στην Τουρκία εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην υγειονομική περίθαλψη και στη νόμιμη απασχόληση. Επιπλέον, οι καθυστερήσεις έως και έξι μηνών στην καταγραφή για προσωρινή προστασία συνεπάγονται ότι ορισμένοι πρόσφυγες δεν έχουν τη δυνατότητα να λάβουν βασικές υπηρεσίες και ζουν με τον φόβο μήπως εξαναγκαστούν να ζήσουν σε καταυλισμούς ή μήπως απελαθούν.

Η Human Rights Watch έχει τεκμηριώσει στο παρελθόν το πώς οι τουρκικές ενέργειες απώθησης στα σύνορα με τη Συρία συνιστούν επαναπροώθηση –δηλαδή επιστροφή προσφύγων σε μια χώρα όπου απειλείται η ζωή τους ή η ελευθερία τους– και έχει καλέσει επανειλημμένα την ΕΕ να αναγνωρίσει ότι τόσο οι σχετικές πολιτικές όσο και οι συνθήκες που επικρατούν στη Τουρκία συνεπάγονται ότι δεν θα πρέπει να θεωρείται νομικά «ασφαλής» χώρα για επιστροφές. Από νέα νομική ανάλυση και έρευνα καταδεικνύεται λεπτομερώς για ποιον λόγο η ποιότητα της προστασίας για τους Σύρους στην Τουρκία δεν φτάνει στο επίπεδο που απαιτείται για τη διενέργεια επιστροφών σε «ασφαλή τρίτη χώρα» ή «πρώτη χώρα ασύλου».

Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, η Human Rights Watch πραγματοποίησε συνεντεύξεις με 67 ενήλικους και ανήλικους Σύρους πρόσφυγες που ζουν στην Τουρκία. Οι εν λόγω συνεντεύξεις, καθώς και πληροφορίες από μη κυβερνητικές ομάδες και δημόσιες αναφορές, αποκάλυψαν ότι πολλοί πρόσφυγες αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις μηνών στην καταγραφή για προσωρινή προστασία, γεγονός που έχει ως συνέπεια να μην είναι σε θέση να εγγράψουν τα παιδιά τους στο σχολείο ή να λάβουν υγειονομική περίθαλψη.

Ένας άνδρας 21 ετών από τη Συρία δήλωσε ότι πήγε πέντε φορές σε δύο διαφορετικά αστυνομικά τμήματα μέχρι να καταφέρει έστω να κλείσει ένα ραντεβού –για ημερομηνία που ήταν τρεις μήνες αργότερα– ώστε να υποβάλει αίτημα για καταγραφή. Άλλοι δήλωσαν ότι οι υπάλληλοι επέβαλλαν προϋποθέσεις για την καταγραφή οι οποίες δεν προσδιορίζονταν στον κανονισμό, όπως συμφωνία μίσθωσης κατοικίας με κάποιον ιδιοκτήτη.

«Πραγματικά, δεν είναι ασφαλές μέρος αυτό εδώ για εμάς – ξεφύγαμε από τον θάνατο, αλλά ήρθαμε σε έναν τόπο όπου δεν έχουμε ζωή», δήλωσε ο «Mahmoud» (ψευδώνυμο), ένας 29χρονος πρώην δημοσιογράφος από τη Χάμα ο οποίος έχει καταφέρει να βρει μόνο περιστασιακή απασχόληση ως ελεύθερος επαγγελματίας ή αναλαμβάνοντας μικροεργασίες. Ανέφερε ότι είναι μεν ευγνώμων που η Τουρκία του επέτρεψε να παραμείνει στη χώρα, αλλά δεν αισθάνεται ότι το καθεστώς προσωρινής προστασίας του προσφέρει πραγματική σταθερότητα. «Θέλω μόνο να βρίσκομαι σε οποιονδήποτε τόπο όπου υπάρχει σεβασμός των δικαιωμάτων, όπου μπορώ να τα επικαλεστώ και να είμαι πραγματικά βέβαιος ότι τα διαθέτω – τίποτα περισσότερο», δήλωσε. «Το μόνο που θέλουμε είναι να ζήσουμε, και ο νόμος να μας προστατεύει».

Η τουρκική κυβέρνηση δηλώνει ότι έχει δαπανήσει 10 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ για τη φιλοξενία Σύρων προσφύγων από το 2011, και τώρα δαπανά περίπου 500 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ μηνιαίως. Τα τελευταία δύο έτη, η Τουρκία έχει επίσης εκδώσει κανονισμούς που επιτρέπουν στους Σύρους πρόσφυγες να παραμείνουν στη χώρα νόμιμα, να κάνουν χρήση των συστημάτων δημόσιας εκπαίδευσης και υγειονομικής περίθαλψης και να υποβάλουν αίτηση για άδεια εργασίας. Βάσει της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, η ΕΕ έχει υποσχεθεί να χορηγήσει στην Τουρκία τουλάχιστον 3 δισεκατομμύρια ευρώ για να συνδράμει στη φιλοξενία των προσφύγων, εκ των οποίων έχει εκταμιεύσει 180 εκατομμύρια ευρώ μέχρι στιγμής. Ωστόσο, τα εν λόγω μέτρα δεν έχουν ακόμη επιφέρει σημαντικό αντίκτυπο για πολλούς Σύρους πρόσφυγες.

Η Τουρκία έχει καταγράψει περισσότερους από 2,7 εκατομμύρια Σύρους πρόσφυγες από το 2011, αν και ορισμένοι εξ αυτών ενδέχεται να έχουν φύγει έκτοτε από τη χώρα. Σχεδόν 300.000 ζουν σε 26 καταυλισμούς υπό κρατική διαχείριση κοντά στα σύνορα, σύμφωνα με Τούρκους υπαλλήλους· οι υπόλοιποι που αποτελούν περίπου το 90% διαμένουν σε μικρότερες και μεγαλύτερες πόλεις.

Παρότι η Τουρκία υπέγραψε τη Σύμβαση για τους πρόσφυγες του 1951 και το πρωτόκολλό της του 1967, περιόρισε την εφαρμογή της στους Ευρωπαίους πρόσφυγες, αποκλείοντας όλους τους άλλους από την προστασία της. Με νόμο του 2013 θεσπίστηκε ένα σύστημα «διεθνούς προστασίας» για μη Ευρωπαίους αιτούντες άσυλο που επιφέρει μια προσέγγιση του τουρκικού δικαίου για τους πρόσφυγες με τις διατάξεις της σύμβασης. Ο νόμος προέβλεπε επίσης ένα καθεστώς προσωρινής προστασίας, το οποίο υλοποιήθηκε μέσω κανονισμού του Οκτωβρίου του 2014. Ο κανονισμός διέπει τα δικαιώματα και τις παροχές για τους περισσότερους Σύρους πρόσφυγες στην Τουρκία, αλλά μπορεί να καταργηθεί κατά βούληση από το Υπουργικό Συμβούλιο. Εάν συνέβαινε αυτό, οι δικαιούχοι θα έχαναν την εγγύηση της δυνατότητάς τους να παραμείνουν στη χώρα νόμιμα.

Τον Ιανουάριο του 2016, η Τουρκία εξέδωσε νέο κανονισμό ο οποίος επιτρέπει στους Σύρους που απολαύουν του καθεστώτος προσωρινής προστασίας να υποβάλουν αίτηση για άδεια εργασίας, αλλά σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια κατοικίας και μόνον εφόσον μπορούν να βρουν έναν εργοδότη πρόθυμο να τους χρηματοδοτήσει. Λόγω των περιορισμών, οι ενήλικοι πρόσφυγες με τους οποίους πραγματοποίησε συνεντεύξεις η Human Rights Watch είτε δεν δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση είτε δεν έχουν επαρκή πληροφόρηση για την εν λόγω πολιτική είτε δεν μπορούν να βρουν έναν εργοδότη που θα ενεργήσει ως χρηματοδότης. Μεταξύ των Σύρων προσφύγων που παραχώρησαν συνέντευξη, 24 ενήλικες δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση για άδεια εργασίας και άλλοι 24 δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα, ενώ κανείς τους δεν έχει υποβάλει αίτηση ούτε έχει ακούσει για κάποιον που να το έχει πράξει.

Η Human Rights Watch έχει τεκμηριώσει με ποιον τρόπο αυτές οι δυσχέρειες θέτουν τις οικογένειες των Σύρων προσφύγων στην Τουρκία σε κίνδυνο φτώχειας και παιδικής εργασίας. Θέτουν επίσης τους Σύρους εργαζόμενους σε κίνδυνο εκμετάλλευσης. Μια γυναίκα δήλωσε ότι πληρώνεται τα μισά χρήματα από όσα λαμβάνουν οι συνάδελφοί της από την Τουρκία και ότι ορισμένες φορές οι εργοδότες της μειώνουν κατά το ήμισυ ακόμη και αυτό το μικρό ποσό. Περιέγραψε επίσης περιστατικά σωματικής κακοποίησης των Σύρων εργαζομένων από τους διευθυντές.

Τον Απρίλιο, σε αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε από το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ σε 1.562 νοικοκυριά Σύρων στη νοτιοανατολική Τουρκία διαπιστώθηκε ότι το 93% των ερωτηθέντων ζουν κάτω από το εθνικό όριο της φτώχειας. Η έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η περιορισμένη πρόσβαση σε σταθερή απασχόληση συνδέεται ισχυρά με την επισιτιστική ανασφάλεια.

Τα παιδιά από τη Συρία, στην πλειονότητά τους, εξακολουθούν να μην έχουν δυνατότητα σχολικής φοίτησης στην Τουρκία. Τον Νοέμβριο του 2015, η Human Rights Watch δημοσίευσε έκθεση στην οποία τεκμηριώνονται οι λόγοι για τους οποίους οι Σύροι πρόσφυγες δεν έχουν τη δυνατότητα να φοιτήσουν στα σχολεία στην Τουρκία. Η κυβέρνηση έχει προβεί σε αξιοθαύμαστες ενέργειες για να καλύψει τα κενά αυτά και έχει δεσμευτεί για την εγγραφή 450.000 παιδιών από τη Συρία σε σχολεία έως το τέλος του τρέχοντος έτους. Ωστόσο, ο υπουργός Παιδείας αναγνώρισε πρόσφατα ότι «επί συνόλου άνω των 756.000 προσφύγων σε ηλικία σχολικής φοίτησης που βρίσκονται στην Τουρκία, μόνον 325.000 Σύροι φοιτούν στο σχολείο στην Τουρκία». Ο αριθμός των παιδιών σε ηλικία σχολικής φοίτησης μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερος, καθώς επί του παρόντος υπάρχουν σχεδόν 940.000 παιδιά από τη Συρία, ηλικίας από 5 έως 17 ετών, τα οποία είναι καταγεγραμμένα στην Τουρκία, αν και ορισμένα εξ αυτών ενδέχεται να έχουν φύγει από τη χώρα.

Οι διεθνείς χορηγοί βοήθειας θα πρέπει να στηρίξουν την τουρκική κυβέρνηση στις προσπάθειές της να βελτιώσει την άσκηση των βασικών δικαιωμάτων για τους Σύρους πρόσφυγες που έχουν καταφύγει στην Τουρκία. Εντωμεταξύ, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO) και η Ελλάδα θα πρέπει να εξετάσουν όλα τα αιτήματα ασύλου των Σύρων που έχουν καταφθάσει μέσω της Τουρκίας με βάση την ουσία καθενός εξ αυτών των αιτημάτων, καθώς δεν θα πρέπει να θεωρηθούν μη παραδεκτά με την αιτιολογία ότι η Τουρκία είναι «ασφαλής τρίτη χώρα» ή «πρώτη χώρα ασύλου» για όλους τους Σύρους.

«Η Τουρκία ήδη φιλοξενεί πάνω από δύο εκατομμύρια πρόσφυγες, εκ των οποίων πολλοί πασχίζουν να επιβιώσουν και δεν έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν τα δικαιώματά τους ως πρόσφυγες», δήλωσε η κ. Gee. «Αντί να προσπαθούν να μεταθέσουν την ευθύνη και να παραβιάζουν τα ίδια τα πρότυπά τους, οι κυβερνήσεις της ΕΕ πρέπει να αναλάβουν τον ρόλο τους στην παγκόσμια κατανομή ευθυνών και να παράσχουν στους Σύρους αιτούντες άσυλο μια ευκαιρία να υποβάλλουν τα αιτήματά τους».

Νομικό πλαίσιο
Η Τουρκία υπέγραψε τη Σύμβαση για τους πρόσφυγες του 1951 και το πρωτόκολλό της του 1967, αλλά είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που έχει εκφράσει ρητώς έναν γεωγραφικό περιορισμό, αποκλείοντας τους μη Ευρωπαίους από τις προστατευτικές διατάξεις της. Το 2013, η Τουρκία ψήφισε τον νόμο περί αλλοδαπών και διεθνούς προστασίας, με τον οποίο η αντιμετώπισή της έναντι των μη Ευρωπαίων αιτούντων άσυλο προσεγγίζει περισσότερο τις διατάξεις της σύμβασης. Ο νόμος προέβλεπε επίσης έναν μηχανισμό προσωρινής προστασίας για καταστάσεις «μαζικών εισροών», ο οποίος υλοποιήθηκε και επεκτάθηκε επισήμως ώστε να συμπεριλαμβάνει και τους Σύρους πρόσφυγες με τον κανονισμό του Οκτωβρίου του 2014.

Οι Σύροι πρόσφυγες στην Τουρκία συνήθως εμπίπτουν σε τρεις κατηγορίες: εκείνους που διαθέτουν ανανεώσιμες άδειες παραμονής, για τις οποίες απαιτείται έγκυρη σφραγίδα εισόδου καθώς και τέλος που υπερβαίνει το ποσό των 1.000 τουρκικών λιρών [344 δολάρια ΗΠΑ] για το πρώτο έτος και επιπρόσθετα τέλη στη συνέχεια· τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας οι οποίοι έχουν καταγραφεί δωρεάν βάσει του κανονισμού περί προσωρινής προστασίας του Οκτωβρίου του 2014· και τους μη καταγεγραμμένους που δεν διαθέτουν ρητό νομικό καθεστώς. Η συντριπτική πλειονότητα εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία, και οι αναφορές στα 2,7 εκατομμύρια πρόσφυγες που είναι καταγεγραμμένοι στην Τουρκία αφορούν άτομα με καθεστώς προσωρινής προστασίας. Οι Σύροι αποκλείονται από τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για άλλες μορφές διεθνούς προστασίας δυνάμει του νόμου του 2013, για όσο διάστημα καλύπτονται από τον κανονισμό περί προσωρινής προστασίας.

Βάσει της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, υπάρχουν δύο νομικές αρχές τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιεί η Ελλάδα για να προβαίνει σε επιστροφές αιτούντων άσυλο στην Τουρκία χωρίς να εξετάζει επί της ουσίας τα αιτήματα ασύλου που υποβάλλουν. Η μία είναι η «πρώτη χώρα ασύλου», βάσει της οποίας μπορεί να γίνει επιστροφή προσφύγων σε μια χώρα εάν έχουν ήδη προσβάσιμη και επαρκή προστασία εκεί όπως ορίζεται στο άρθρο 35 της οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου της ΕΕ, και η «ασφαλής τρίτη χώρα», όπως ορίζεται στο άρθρο 38, που σημαίνει ότι μπορεί να γίνει επιστροφή προσφύγων σε μια χώρα όπου θα μπορούσαν να έχουν ζητήσει και λάβει καθεστώς πρόσφυγα.

Η «ασφαλής τρίτη χώρα» πρέπει να προσφέρει στο άτομο που υποβάλλει αίτηση την ευκαιρία να ζητήσει και να λάβει καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης για τους πρόσφυγες. Παρότι ο τουρκικός νόμος του 2013 δημιούργησε ένα σύστημα διεθνούς προστασίας που επιτρέπει σε μεμονωμένους αιτούντες άσυλο να λάβουν «καθεστώς πρόσφυγα υπό προϋποθέσεις» και προστατευτικές ρυθμίσεις σύμφωνα με τη σύμβαση, οι Σύροι αποκλείονται από αυτό διότι ο κανονισμός περί προσωρινής προστασίας που διέπει το δικό τους καθεστώς τίθεται ρητά εκτός του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω συστήματος. Ως εκ τούτου, η Τουρκία δεν μπορεί νομικά να θεωρείται «ασφαλής τρίτη χώρα» για τους πρόσφυγες από τη Συρία.

Το κατά πόσον η Τουρκία συνιστά συναφή «πρώτη χώρα ασύλου» για τους Σύρους εξαρτάται από ελαφρώς διαφορετικά κριτήρια: το εκάστοτε πρόσωπο πρέπει είτε να έχει αναγνωριστεί στη συγκεκριμένη χώρα ως πρόσφυγας είτε να απολαύει «επαρκούς προστασίας» εκεί, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας από την επαναπροώθηση – δηλαδή την επιστροφή σε χώρα όπου θα απειλούνταν η ζωή του ή η ελευθερία του. Δεδομένου ότι οι Σύροι δεν αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες στην Τουρκία, πρέπει να απολαύουν στην πράξη «επαρκούς προστασίας» εκεί προκειμένου να ισχύει η συγκεκριμένη έννοια.

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η UNHCR, έχει αναφέρει ότι το να έχει ένα άτομο «επαρκή προστασία» πρέπει να σημαίνει ότι στο άτομο αυτό θα χορηγηθεί «δικαίωμα νόμιμης διαμονής και ότι η αντιμετώπισή του θα συνάδει με πρότυπα τα οποία είναι ανάλογα με τα πρότυπα [της Σύμβασης για τους πρόσφυγες] και των διεθνών ανθρωπίνων δικαιωμάτων», συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων «διαβίωσης, εργασίας, υγειονομικής περίθαλψης και εκπαίδευσης». Η UNHCR έχει επίσης δηλώσει ότι η «προσχώρηση στη Σύμβαση του 1951 και/ή στο πρωτόκολλο του 1967 καθώς και η τήρησή τους είναι ουσιώδεις» παράμετροι που πρέπει να συνεκτιμώνται, και ότι «η ικανότητα των κρατών να παρέχουν προστασία στην πράξη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ιδίως εάν ήδη φιλοξενούν μεγάλους πληθυσμούς προσφύγων».

Η ανάλυση του νομικού και πολιτικού πλαισίου της Τουρκίας που παρουσιάζεται εδώ, εμπλουτισμένη με τις μαρτυρίες προσφύγων από τη Συρία, καταδεικνύει ότι η Τουρκία δεν πληροί τα πρότυπα αυτά.

Επιπλέον, τον Μάιο, η Human Rights Watch κατέγραψε τις βαναυσότητες και τις ενέργειες απώθησης στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας, όπου Τούρκοι συνοριοφύλακες σκότωσαν τουλάχιστον πέντε Σύρους αιτούντες άσυλο που επιχείρησαν να περάσουν σε ασφαλές έδαφος και τραυμάτισαν σοβαρά τουλάχιστον 14 άτομα. Οι ενέργειες αυτές συνιστούν επαναπροώθηση σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Τα αιτήματα ασύλου στην ΕΕ εξετάζονται σε δύο στάδια. Πρώτον, οι αρχές αποφασίζουν αν το αίτημα ενός προσώπου είναι «παραδεκτό» – δηλαδή αν υποχρεούνται να το εξετάσουν βάσει νόμου. Αυτό είναι το στάδιο κατά το οποίο μπορούν να πραγματοποιηθούν αξιολογήσεις ασφαλούς τρίτης χώρας ή πρώτης χώρας ασύλου. Δεύτερον, εάν ένα αίτημα κριθεί παραδεκτό, οι αρχές εξετάζουν το αίτημα επί της «ουσίας» – δηλαδή κατά πόσον το αίτημα προστασίας αυτό καθαυτό είναι έγκυρο βάσει των συνθηκών της χώρας καταγωγής του αιτούντος.

Παρότι η ελληνική νομοθεσία περί ασύλου στο παρελθόν επέβαλλε τη συνεκτίμηση κριτηρίων «ασφαλούς τρίτης χώρας» κατά την εξέταση της επιστροφής ενός προσώπου σε «πρώτη χώρα ασύλου», η Ελλάδα τροποποίησε γρήγορα τη διαδικασία ασύλου την 1η Απριλίου, με την ψήφιση του νόμου 4375/2016, ώστε να καταργηθεί αυτή η απαίτηση. Οι αιτούντες άσυλο μπορούν να υπόκεινται σε επιστροφή στην Τουρκία εφόσον κριθεί ότι απολαύουν «επαρκούς προστασίας» εκεί, αν και στον νόμο δεν παρατίθεται ορισμός του συγκεκριμένου όρου. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εξετάζει επί της ουσίας τα αιτήματα ορισμένων ευάλωτων κατηγοριών αιτούντων άσυλο, όπως των ασυνόδευτων παιδιών ή των εγκύων, και εκείνοι των οποίων τα αιτήματα απορρίπτονται ως μη παραδεκτά έχουν δικαίωμα προσφυγής σε ελληνική επιτροπή προσφυγών.

Στις 7 Απριλίου, η Τουρκία τροποποίησε τον κανονισμό περί προσωρινής προστασίας προκειμένου να προβλέπει ότι οι Σύροι που υπόκεινται σε επιστροφή από την Ελλάδα έχουν τη «δυνατότητα» επαναφοράς του καθεστώτος τους κατόπιν αιτήματός τους. Ωστόσο, το μέτρο αυτό δεν επαρκεί για να στοιχειοθετηθεί ότι σε όλους τους Σύρους που υπόκεινται σε επιστροφή θα προσφερθεί «επαρκής προστασία» στην Τουρκία. Σε κάθε εξέταση του ζητήματος αυτού θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η προσχώρηση της Τουρκίας στη Σύμβαση για τους πρόσφυγες δεν παρέχει καμία προστασία στους Σύρους· το καθεστώς προσωρινής προστασίας δεν εμπίπτει στο σύστημα διεθνούς προστασίας δυνάμει της μεταναστευτικής νομοθεσίας της Τουρκίας· η δε ικανότητα της Τουρκίας να καλύψει στην πράξη τα δικαιώματα των προσφύγων από τη Συρία είναι αποδεδειγμένα περιορισμένη. Μέχρι να τροποποιηθεί το συναφές νομικό πλαίσιο και οι κανονισμοί ώστε να καλυφθούν τα κενά όσον αφορά την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες και προστασία, και έως ότου αυτό επιφέρει αλλαγές στην πράξη, οι κυβερνήσεις της ΕΕ δεν θα πρέπει να θεωρούν ότι η Τουρκία πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρίζεται «πρώτη χώρα ασύλου» για τους σκοπούς των αποφάσεων περί παραδεκτού των αιτημάτων ασύλου στην ΕΕ.

Μεγάλες καθυστερήσεις στην καταγραφή
Η Human Rights Watch διαπίστωσε ότι τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στη Σμύρνη, οι Σύροι πρόσφυγες αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις μηνών όσον αφορά την καταγραφή για προσωρινή προστασία και την παραλαβή επίσημων δελτίων ταυτοποίησης, γνωστών ως  kimlik («ταυτοποίηση» στα τούρκικα). Το δελτίο αυτό απαιτείται για την εγγραφή παιδιών στα δημόσια σχολεία και για τη λήψη πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης και αδειών εργασίας.

Μη κυβερνητικές οργανώσεις που εργάζονται με πρόσφυγες από τη Συρία αναφέρουν ότι οι καθυστερήσεις αυτές είναι εν μέρει αποτέλεσμα ενός νέου σταδίου «προεγγραφής και διαλογής» το οποίο η Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης της Μετανάστευσης πρόσθεσε στη διαδικασία προσωρινής προστασίας τον Μάρτιο. Καθυστερήσεις ενδέχεται να προκαλούνται επίσης λόγω των περιορισμών των δυνατοτήτων διεκπεραίωσης. Υπάλληλος διεθνούς οργάνωσης παροχής βοήθειας στα νοτιοανατολικά δήλωσε στη Human Rights Watch ότι η καταγραφή γίνεται μετ’ εμποδίων· στο Γκαζιαντέπ, η διαδικασία είχε ουσιαστικά ανασταλεί μέχρι πρόσφατα, και πλέον υπάρχει καθυστέρηση τουλάχιστον δύο μηνών στα ραντεβού. Στην Κωνσταντινούπολη, άλλος εκπρόσωπος οργάνωσης δήλωσε ότι υπάρχει καθυστέρηση τριών έως έξι μηνών στα ραντεβού σε περιοχές με πολλούς Σύρους.

Η Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης της Μετανάστευσης δήλωσε στη Human Rights Watch ότι στους Σύρους μπορεί να χορηγηθεί ένα «έντυπο προεγγραφής» με ισχύ 30 ημερών που τους επιτρέπει να παραμείνουν νόμιμα στη χώρα εν αναμονή της διεκπεραίωσης των αιτημάτων τους. Ωστόσο, εκπρόσωπος μη κυβερνητικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται σε ολόκληρη την Τουρκία δήλωσε ότι το εν λόγω έντυπο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη λήψη υπηρεσιών, επομένως όσοι κατέχουν το «έγγραφο προεγγραφής» πρέπει να στηρίζονται στην περιορισμένη συνδρομή φιλανθρωπικών οργανώσεων και ομάδων παροχής βοήθειας.

Στη Σμύρνη, η Human Rights Watch έγινε μάρτυρας της περίπτωσης κατά την οποία τα μέλη μιας νεοαφιχθείσας οικογένειας Σύρων επιχείρησαν να καταγραφούν για να λάβουν καθεστώς προσωρινής προστασίας στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα. Ένας αστυνομικός τούς είπε να ξαναπάνε μετά από δύο εβδομάδες για να κλείσουν ραντεβού, το οποίο θα είναι αρκετούς μήνες αργότερα.

Εργαζόμενος οργάνωσης παροχής βοήθειας που εξυπηρετεί μια κοινότητα Σύρων που απασχολούνται σε αγροτικές εργασίες σε μια μικρή πόλη έξω από τη Σμύρνη, το Torbalı, δήλωσε ότι οι περισσότεροι πρόσφυγες εκεί δεν έχουν ταυτότητα λόγω του μεγάλου φόρτου αιτημάτων που εκκρεμούν στις διαδικασίες καταγραφής. Παρότι οι εργαζόμενοι οργανώσεων παροχής βοήθειας είναι σε θέση να καλύψουν ορισμένες βασικές ανάγκες, όπως δήλωσε, οι δερματικές παθήσεις και ο υποσιτισμός είναι συχνά φαινόμενα, ενώ επίσης δεν παρέχονται εκπαιδευτικές υπηρεσίες ούτε διατίθενται συγκοινωνίες προς τα πλησιέστερα δημόσια σχολεία.

Ο Ali, 21 ετών, δήλωσε ότι η καταγραφή για καθεστώς προσωρινής προστασίας στην Κωνσταντινούπολη ήταν ένα μαρτύριο που διήρκεσε μήνες:

Πήγα στο αστυνομικό τμήμα στο Φατίχ [συνοικία της Κωνσταντινούπολης] τον περασμένο Οκτώβριο για να πάρω το kimlik. Είχε τόσο συνωστισμό, που μου είπαν να ξαναπάω την επόμενη ημέρα. Πράγματι πήγα, περίμενα για ώρες και πάλι δεν έκλεισα ραντεβού. Άκουσα από άλλους ότι το αστυνομικό τμήμα στο Ταξίμ [άλλη συνοικία] πραγματοποιεί επίσης καταγραφές, οπότε πήγα εκεί. Είπαν έλα ξανά την επόμενη εβδομάδα, όπως και έκανα. Είπαν έλα ξανά σε δύο μέρες από σήμερα, όπως και έκανα. Είπαν έλα την επόμενη εβδομάδα. Οπότε τα παράτησα. Εντέλει, προσπάθησα ξανά τον Φεβρουάριο και έκλεισα ραντεβού για [μέσα Μαΐου].

Ο Ali ανέφερε ότι χρειάστηκε να φέρει μαζί του τον σπιτονοικοκύρη του για να κλείσει το συγκεκριμένο ραντεβού. «Η απαίτηση που αφορά τον ιδιοκτήτη της κατοικίας είναι νέα», δήλωσε. «Ξεκίνησε νωρίτερα φέτος». Ο Tamer, ένας 28χρονος Σύρος που επίσης ζει στην Κωνσταντινούπολη, δήλωσε: «Δεν έχω κάνει ακόμη αίτηση για kimlik επειδή μένω με έναν φίλο, επομένως δεν έχω μισθωτήριο συμβόλαιο, το οποίο απαιτείται. Εάν επιχειρήσω να πάω χωρίς το μισθωτήριο, θα χρειαστεί να πληρώσω μεσίτη». Σε αυτόν καθαυτόν τον κανονισμό περί προσωρινής προστασίας δεν προβλέπεται απαίτηση προσκόμισης συμφωνητικού με τον ιδιοκτήτη ή μισθωτηρίου συμβολαίου.

Τέσσερις πρόσφυγες από τη Συρία δήλωσαν ότι κατάφεραν να παρακάμψουν τις καθυστερήσεις καταβάλλοντας 125-150 τουρκικές λίρες [περίπου 42-50 δολάρια ΗΠΑ] σε ανεξάρτητους μεσίτες για να διαπραγματευτούν τη δυνατότητα καταγραφής σε συντομότερο χρόνο. «Για να πάρω το kimlik μου, χρειάστηκε να καλέσω έναν από αυτούς τους μεσίτες και να πληρώσω 150 τουρκικές λίρες», δήλωσε ο Mohammed, 26 ετών. «Βιαζόμουν, οπότε δεν διανοήθηκα καν να πάω χωρίς τον μεσίτη· όλοι μου είπαν ότι η διαδικασία θα διαρκούσε πολλούς μήνες».

Ο Jemaa, 23 ετών, ανέφερε σχετικά με την τετραμελή οικογένειά του: «Όταν πήγαμε πρώτη φορά να καταγραφούμε, μας είπαν ότι θα υπήρχε αναμονή δύο ή τριών μηνών. Πληρώσαμε 125 τουρκικές λίρες, και πήραμε όλοι kimlik αμέσως». Η Rama, 19 ετών, δήλωσε ότι πλήρωσε έναν μεσίτη για να διευκολύνει τη διαδικασία καταγραφής της επειδή ήταν έγκυος και, σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να χρειαζόταν να καταβάλει ακόμη πιο εξωφρενικά ποσά για να λάβει ζωτικής σημασίας νεογνική και μητρική φροντίδα κατά τη διάρκεια της κύησης και του τοκετού.

Αυτές οι καθυστερήσεις στην καταγραφή έχουν άμεσο αντίκτυπο στη σταθερότητα και την ασφάλεια των προσφύγων από τη Συρία. Αρκετοί πρόσφυγες ανέφεραν ότι πιστεύουν πως η μη καταγραφή μπορεί να οδηγήσει σε αναγκαστική μετακίνηση σε καταυλισμό προσφύγων ή σε απέλαση. Τον Απρίλιο, η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε μαζικές απελάσεις Σύρων στην επαρχία Χατάι, όπου όσοι μεταφέρθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής ήταν κυρίως μη καταγεγραμμένοι πρόσφυγες ή πρόσφυγες που συνελήφθησαν χωρίς τις ταυτότητές τους.

Οι καθυστερήσεις εμποδίζουν επίσης την πρόσβαση πολλών προσφύγων από τη Συρία στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη, επιδεινώνοντας τις ελλείψεις υπηρεσιών και προστατευτικών ρυθμίσεων που υπάρχουν ακόμη και για τα άτομα που έχουν έγκυρη καταγραφή.

Τεχνικά θέματα που περιπλέκουν την καταγραφή
Οι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας, όπως όλοι οι νομίμως διαμένοντες αλλοδαποί υπήκοοι στην Τουρκία, λαμβάνουν «αριθμό ταυτοποίησης αλλοδαπού» που διευκολύνει την πρόσβασή τους σε κρατικές υπηρεσίες. Όλοι οι νόμιμοι αριθμοί ταυτοποίησης αλλοδαπού πρέπει να ξεκινούν με τα ψηφία 99. Ωστόσο, κρατικές υπηρεσίες που προέβησαν σε ειδική καταγραφή Σύρων πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός περί προσωρινής προστασίας εξέδωσαν αριθμούς που ξεκινούσαν με τα ψηφία 98 σε ένα υποκατάστατο σύστημα.

Λόγω των τεχνικών απαιτήσεων του συστήματος καταγραφής της Τουρκίας, οι αριθμοί που αρχίζουν από 98 δεν μπορούν να ενσωματωθούν στην υφιστάμενη υποδομή κρατικών υπηρεσιών, στοιχείο που επηρεάζει τη δυνατότητα σχολικής φοίτησης και νοσοκομειακής περίθαλψης. Υπάρχει ένας μηχανισμός για τη μετατροπή αριθμού που αρχίζει με τα ψηφία 98 σε αριθμό που αρχίζει με τα ψηφία 99 στο διαδίκτυο, αλλά αρκετοί πρόσφυγες ανέφεραν ότι λόγω τεχνικών προβλημάτων δεν ήταν δυνατή η μετατροπή για ορισμένα ή για όλα τα μέλη των οικογενειών τους. Επιπλέον, παρότι υποτίθεται ότι όλοι οι καταγεγραμμένοι πρόσφυγες θα λάμβαναν αριθμούς που αρχίζουν με τα ψηφία 99 μετά τη δημοσίευση του κανονισμού περί προσωρινής προστασίας τον Οκτώβριο του 2014, επτά πρόσφυγες που είχαν καταγραφεί μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία –και ορισμένοι αρκετά πρόσφατα, όπως τον Μάρτιο– έδειξαν σε μέλος της ερευνητικής ομάδας της Human Rights Watch ταυτότητες με αριθμούς που αρχίζουν με τα ψηφία 98.

Άδειες εργασίας
Τον Ιανουάριο, η Τουρκία εξέδωσε νέο κανονισμό που επιτρέπει στους Σύρους οι οποίοι είναι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας να υποβάλουν αίτηση για άδειες εργασίας. Η ανακοίνωση αρχικά επικροτήθηκε από τους διεθνείς παρατηρητές. Ωστόσο, η τουρκική κυβέρνηση αποκάλυψε στα τέλη Μαρτίου ότι είχαν υποβληθεί μόνον 2.000 αιτήσεις, ήτοι ποσοστό 0,074% των 2,7 εκατομμυρίων καταγεγραμμένων Σύρων στην Τουρκία, και δεν ανέφερε πόσες άδειες είχαν χορηγηθεί.

Η Human Rights Watch διαπίστωσε ότι ο νέος κανονισμός περί αδειών εργασίας δεν έχει ακόμη επιφέρει κανέναν αντίκτυπο στα εργασιακά δικαιώματα και στις προστατευτικές ρυθμίσεις για τους πρόσφυγες από τη Συρία. Πολλοί πρόσφυγες εξακολουθούν να είναι ευάλωτοι στην εκμετάλλευση και ζουν σε άθλιες συνθήκες.

Σύμφωνα με τον νέο κανονισμό, οι Σύροι που απολαύουν καθεστώτος προσωρινής προστασίας μπορούν να υποβάλουν αίτηση μόνον εάν έχουν καταγραφεί στην επαρχία στην οποία επιθυμούν να εργαστούν για τουλάχιστον έξι μήνες, και ο εργοδότης πρέπει να προσκομίσει σύμβαση, να χρηματοδοτήσει την αίτηση και να διασφαλίσει ότι το ποσοστό των Σύρων δεν υπερβαίνει το 10% του εργατικού δυναμικού του. Διεθνής οργάνωση στο Γκαζιαντέπ δήλωσε ότι η μεταβολή αριθμού που αρχίζει με τα ψηφία 98 σε αριθμό που αρχίζει με τα ψηφία 99 συνεπάγεται επανέναρξη της μέτρησης της περιόδου των έξι μηνών, και ότι αυτά τα «τεχνικά προβλήματα», σε συνδυασμό με την παραπληροφόρηση μεταξύ δυνητικών εργοδοτών και εργαζομένων, είχε αποθαρρύνει την υποβολή αιτήσεων από Σύρους.

Μεταξύ των οικογενειών προσφύγων από τη Συρία που παραχώρησαν συνέντευξη στη Human Rights Watch τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, 24 ενήλικες δικαιούνταν να υποβάλουν αίτηση άδειας εργασίας υπό τους όρους του νέου κανονισμού. Κανείς, ωστόσο, δεν είχε υποβάλει αίτηση επειδή δεν είχαν καμία ενημέρωση για τις προϋποθέσεις, φοβόντουσαν ότι οι εργοδότες τους δεν θα το επέτρεπαν ή δεν κατάφεραν να βρουν έναν εργοδότη πρόθυμο να τους χρηματοδοτήσει. Άλλοι 24 δεν είχαν δικαίωμα υποβολής αίτησης επειδή δεν ήταν καταγεγραμμένοι για αρκετό χρονικό διάστημα ή στη σωστή περιοχή. Κανείς από τους 48 δεν είχε καν ακούσει για κάποιον που έλαβε ή υπέβαλε αίτηση για άδεια εργασίας σύμφωνα με τον νέο κανονισμό.

Η «Noor», μια γυναίκα 21 ετών από την πόλη Καμισλί η οποία εργαζόταν σε εργοστάσιο ενδυμάτων στην Κωνσταντινούπολη για 10 μήνες, δήλωσε: «Δεν έχουμε ακούσει ποτέ τίποτα για άδειες εργασίας για τους Σύρους. Εκεί που εργαζόμαστε δεν απαιτούνται τέτοιες άδειες. Όμως δεν γνωρίζουμε τίποτα για τα δικαιώματά μας· η μητέρα μου μένει στο σπίτι, εμείς είμαστε στη δουλειά όλη την ημέρα. Κανείς δεν μας λέει τίποτα». Εντωμεταξύ, όπως ανέφερε, η ίδια και άλλοι Σύροι έχουν βιώσει την κακομεταχείριση και την εκμετάλλευση. Ενώ οι ελάχιστες ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές στην Τουρκία είναι 1.647 τουρκικές λίρες (περίπου 560 δολάρια ΗΠΑ), στη Noor υποσχέθηκαν μισθό 900 τουρκικών λιρών [305 δολαρίων ΗΠΑ] μηνιαίως, τον οποίο και δεν λαμβάνει πάντοτε:

Αν πάρω ρεπό για μία ώρα, δεν με πληρώνουν καθόλου. Μερικές φορές με πληρώνουν μόνο τον μισό μισθό για δουλειά ενός ολόκληρου μήνα, και συνεχώς υπόσχονται να με πληρώσουν αργότερα, αλλά δεν το κάνουν ποτέ… Οι συνάδελφοι από την Τουρκία που εργάζονται στα ίδια μηχανήματα με εμένα πληρώνονται τα διπλάσια από όσα βγάζω εγώ. Ενίοτε με ρωτούν: «Πώς αντέχεις να πληρώνεσαι τόσο λίγο»;

Οι επόπτες μας φωνάζουν, μας βρίζουν και μας αντιμετωπίζουν σαν να ήμαστε ζώα. Όταν έπεσε το ηλεκτρικό ρεύμα στο εργοστάσιο, μας φώναζαν επειδή δεν δουλεύαμε κατά τη διάρκεια της διακοπής. Μια φορά, ο επόπτης μού πέταξε ένα ψαλίδι καταπάνω μου. Έχω δει τους διευθυντές να χτυπούν Σύρους άνδρες στο πρόσωπο μέσα στον χώρο εργασίας, ενώ δεν τους έχω δει ποτέ να συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο στους Τούρκους εργαζόμενους.

Μη κυβερνητική οργάνωση στην Κωνσταντινούπολη ανέφερε ότι η αίτηση για άδεια εργασίας μπορεί να υποβληθεί στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μέσω διαδικτύου, αλλά την αίτηση πρέπει να την υποβάλει ο δυνητικός εργοδότης. Η απαίτηση αυτή έχει οδηγήσει ορισμένους παρατηρητές να εγείρουν προβληματισμούς καθώς οι εργοδότες δεν έχουν κίνητρο να συμμορφωθούν με τον κανονισμό ή ενδέχεται να απαιτούν πληρωμή από τον δυνητικό εργαζόμενο για την εν λόγω χρηματοδότηση, καθώς μπορεί να συνεπάγεται υψηλότερες αποδοχές και την υποχρέωση των εργοδοτών να παρέχουν μεγαλύτερες εργασιακές προστατευτικές ρυθμίσεις. Ο κανονισμός προβλέπει μια περιορισμένη εξαίρεση για την αυτοαπασχόληση, αλλά οι προϋποθέσεις της δεν ορίζονται με σαφήνεια.

Ο Ali, 27 ετών, από την Παλμύρα, ο οποίος εργάζεται ως ανεπίσημος κτηματομεσίτης και λαμβάνει προμήθεια για να βρίσκει στους ενδιαφερόμενους συμβόλαια ενοικίασης διαμερισμάτων, δήλωσε ότι πιστεύει πως οι εργοδότες είναι απρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν την έκδοση αδειών εργασίας δυνάμει του νέου κανονισμού: «Δεν θέλω να δουλέψω για Τούρκο εργοδότη επειδή μας εκμεταλλεύονται. Δούλεψα για τέσσερις μήνες χωρίς αμοιβή πριν ξεκινήσω να εργάζομαι μόνος μου. Όμως δεν έχω ακούσει για κανέναν Σύρο που να έχει πάρει άδεια εργασίας. Κανείς δεν έχει... Οι εργοδότες δεν θέλουν να τους τη δώσουν».

Δύο Σύροι πρόσφυγες που τυπικά δικαιούνταν να υποβάλουν αίτηση για άδεια εργασίας ανέφεραν ότι θεωρούν πως θα τους κοστίσει πολλά χρήματα η απόκτησή της, αν και ο κανονισμός δεν αναφέρει καταβολή τελών. Ο «Ahmed», 40 ετών, δήλωσε ότι ο ίδιος και οι έφηβοι γιοι του δουλεύουν 12ωρες βάρδιες, και γνωρίζει ότι αποτελεί θύμα εκμετάλλευσης: «Είναι ένας Τούρκος που δουλεύει μαζί μου στο αρτοποιείο, κάνει την ίδια δουλειά, αλλά πληρώνεται [σχεδόν τα διπλάσια από εμένα]». Ωστόσο, δεν πίστευε ότι η άδεια εργασίας αποτελεί επιλογή για τον ίδιο: «Έχω ακούσει για τις άδειες εργασίας, αλλά έχω μάθει ότι κοστίζει πολλά χρήματα η απόκτηση αυτής της άδειας». Ορισμένοι Σύροι κατάφεραν να υποβάλουν αίτηση για άδεια εργασίας πληρώνοντας κάποιον για να τους βοηθήσει με τη γραφειοκρατία. Η αντίληψη ότι οι άδειες εργασίας είναι ακριβές μπορεί να είναι σημαντικός αποτρεπτικός παράγοντας και για τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων.

Τέλος, οι νέες άδειες εργασίας δεν καλύπτουν τους εποχικούς εργαζόμενους σε αγροτικές εργασίες, όπως οι πρόσφυγες στο Torbalı. Παρότι αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται να διαθέτουν άδειες εργασίας, συνεπάγεται επίσης ότι δεν καλύπτονται από τις προστατευτικές εργασιακές ρυθμίσεις που προβλέπει ο κανονισμός.

Πρόσβαση στην εκπαίδευση
Τον Νοέμβριο, η Human Rights Watch δημοσίευσε έκθεση στην οποία καταγράφονταν οι φραγμοί που εμποδίζουν τη σχολική φοίτηση για την πλειονότητα των παιδιών προσφύγων από τη Συρία που ζουν εκτός των προσφυγικών καταυλισμών, παρά τις κανονιστικές αλλαγές που καταρχήν τους επιτρέπουν να φοιτούν στο σχολείο. Μεταξύ των φραγμών αυτών περιλαμβάνονταν η οικονομική δυσχέρεια και η παιδική εργασία, οι γλωσσικοί φραγμοί, τα γραφειοκρατικά εμπόδια και η μη τήρηση του σχετικού κανονισμού στο τοπικό σχολείο ή σε επίπεδο επαρχίας.

Κατά το σχολικό έτος 2014-2015, έγιναν εγγραφές περίπου 212.000 παιδιών από τη Συρία, συμπεριλαμβανομένων όσων βρίσκονταν σε καταυλισμούς, στην επίσημη εκπαίδευση στην Τουρκία. Αξιέπαινες προσπάθειες από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και τους συνεργάτες του αύξησαν τον αριθμό αυτόν σε 325.000 τον Απρίλιο του 2016, ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει τεράστιο κενό. Σύμφωνα με στοιχεία της κυβέρνησης, σχεδόν 940.000 Σύροι ηλικίας από 5 έως 17 ετών είναι καταγεγραμμένοι στην Τουρκία, αν και ορισμένοι ενδέχεται να έχουν φύγει από τη χώρα.

Η Human Rights Watch τον Μάρτιο και τον Απρίλιο πραγματοποίησε συνεντεύξεις με 16 οικογένειες από τη Συρία, των οποίων τα παιδιά δεν φοιτούσαν στο σχολείο. Περιέγραψαν τα ίδια προβλήματα που αναλύονταν στην έκθεση του Νοεμβρίου του 2015, με την επιπρόσθετη επιπλοκή της καθυστέρησης της καταγραφής για ορισμένες οικογένειες.

Η Batool, 42 ετών, έχει τρία παιδιά σε ηλικία σχολικής φοίτησης: μια 15χρονη κόρη, τη Rawan, και δύο 12χρονα δίδυμα, τους Mahmoud και Joud. Δήλωσε ότι ο σύζυγός της, ο οποίος εργαζόταν σε έργα κατασκευών στη Συρία, δεν έχει καταφέρει να βρει σταθερή εργασία στην Τουρκία. Εντωμεταξύ, η Rawan και ο Mahmoud εργάζονται σε εργοστάσιο ενδυμάτων για να στηρίξουν την οικογένειά τους. Πλην όμως, οι καθυστερήσεις στην καταγραφή για προσωρινή προστασία και τα γραφειοκρατικά προβλήματα έχουν συντελέσει επίσης στις συνθήκες που τους κρατούν εκτός σχολείου. Η Batool δήλωσε:

Υποβάλαμε αίτηση για kimlik μετά την άφιξή μας [τον Αύγουστο του 2015] και η συνέντευξή μας μόλις πραγματοποιήθηκε [στα τέλη Μαρτίου]. Μας έδωσαν προσωρινά έγγραφα καταγραφής, αντί για τα κανονικά δελτία, αλλά φέρουν αριθμό καταγραφής. Όταν όμως ζητήσαμε από μια ΜΚΟ να μας βοηθήσει για την εγγραφή σε σχολείο, για κάποιον λόγο τα έγγραφα αυτά δεν έγιναν δεκτά.

Η Batool δήλωσε ότι η κόρη της, Rawan, έχει πλήρη επίγνωση αυτού που χάνει και έκλαιγε καθημερινά όταν πρωτοήρθε στην Τουρκία επειδή ήθελε να ξαναπάει στο σχολείο. Η Rawan δήλωσε: «Οι φίλοι μου έχουν τα παλαιά kimlik, και τους επετράπη να ξεκινήσουν το σχολείο… Μάλλον είναι η κακή μου τύχη. Η ζωή μου είναι γεμάτη κακοτυχία. Πήγαινα στο σχολείο μέχρι να φύγω από τη Συρία, και είχα μόλις αρχίσει τη δέκατη τάξη. Μου άρεσαν όλα στο σχολείο, αλλά ειδικά να μελετώ μαθηματικά και αγγλικά. Είναι σαν να βάλαμε τα όνειρά μας σε μπαλόνια και απλώς τα αφήσαμε όλα να πετάξουν μακριά. Δεν μπορούμε να πετύχουμε κανένα από αυτά να μείνει και να γίνει πραγματικότητα».

Η «Rana», 15 ετών, έχει μείνει εκτός σχολείου από την άφιξή της από τη Συρία το 2013, επειδή εργάζεται έκτοτε για να στηρίξει την οικογένειά της:

Αυτό είναι το δεύτερο εργοστάσιο από τότε που ξεκίνησα να δουλεύω, πριν από τρία χρόνια. Έφτασα στην Τουρκία Σάββατο και μέχρι τη Δευτέρα είχα πιάσει δουλειά σε εργοστάσιο. Έπαθα διάστρεμμα στο πόδι μου κατά τη διέλευση από τα σύνορα και παρ’ όλα αυτά έπρεπε να εργαστώ [και να στέκομαι όρθια] στηριζόμενη σε αυτό αμέσως μετά την άφιξή μου. Κάθε μέρα, έκλαιγα στη δουλειά, εργαζόμουν από τις 8.30 το πρωί έως τις 9 το βράδυ ήμουν τόσο κουρασμένη, και συνεχώς δεχόμουν επιπλήξεις… Θα έπρεπε να ήμουν στην ένατη τάξη τώρα. Μου λείπει πολύ το σχολείο.

Όπως πολλά παιδιά από τη Συρία που εντάσσονται στο εργατικό δυναμικό, και η Rana έχει αντιμετωπίσει τη μισθολογική εκμετάλλευση: «Στην αρχή έβγαζα μόλις 300 τουρκικές λίρες [103 δολάρια ΗΠΑ] τον μήνα, αλλά τώρα πλέον κερδίζω 1.000 τουρκικές λίρες [περίπου 340 δολάρια ΗΠΑ]», αμοιβή που και πάλι υπολείπεται αισθητά των ελάχιστων ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών των 1.647 τουρκικών λιρών [περίπου 560 δολάρια ΗΠΑ].

Ο «Ahmed», 40 ετών, ζει στην Τουρκία με την οικογένειά του επί τριάμισι έτη από τότε που εγκατέλειψε τη γενέτειρά του, Χασάκα. «Καταγραφήκαμε και λάβαμε kimlik μόλις άρχισαν να τα χορηγούν», δήλωσε. Δουλεύει νυχτερινή βάρδια σε αρτοποιείο και κερδίζει 1.000 τουρκικές λίρες [344 δολάρια ΗΠΑ] μηνιαίως, ποσό που δεν επαρκεί για να στηρίξει την πενταμελή οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη. «Ασφαλώς και είναι σημαντικό να πάνε τα παιδιά μου στο σχολείο – αλλά εξίσου σημαντική είναι και η επιβίωσή μας, οπότε αντ’ αυτού πρέπει να δουλέψουν. Οι γιοι μου, 15 και 14 ετών, εργάζονται σε εργοστάσια ενδυμάτων. Πληρώνονται, αν και όχι πάντα όσα τους έχουν υποσχεθεί. Και οι δύο φοιτούσαν στο σχολείο στη Συρία μέχρι να φύγουμε».

Η Samira, μια γυναίκα από τη Δαμασκό της Συρίας, έχει πέντε παιδιά, ηλικίας από 9 έως 17 ετών. Μόνον η 9χρονη κόρη της είναι εγγεγραμμένη στο σχολείο. Ανέφερε ότι οι γιοι της, 17 και 14 ετών, εργάζονται για να στηρίξουν την οικογένεια, αλλά αντιμετωπίζουν εκμετάλλευση και κακομεταχείριση:

Οι γιοι μου παραιτήθηκαν από τις θέσεις εργασίας τους στο εργοστάσιο πριν από δύο ημέρες. Ο μεγαλύτερος εργαζόταν για ενάμιση μήνα χωρίς να πληρώνεται. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έμεινε απλήρωτος. Κάποτε εργάστηκε για εννέα μήνες χωρίς να πληρωθεί και όταν πήγε μαζί με μια ομάδα συναδέλφων του από τη Συρία να αντιμετωπίσει τον διευθυντή του, ο εργοδότης του έστειλε κάποιους άνδρες για να τον ξυλοκοπήσουν. Έκτοτε έχει ψυχικό τραύμα. Είναι μεγάλο παιδί, αλλά δεν είναι σκληρός χαρακτήρας και αυτό ήταν πραγματικά τρομακτικό για εκείνον.

Όπως εξήγησε η Samira, για να εγγράψει τις κόρες της στο δημόσιο σχολείο, αντιμετώπισε μια πολύπλοκη γραφειοκρατική διαδικασία, που περιλάμβανε πολλαπλές συνεντεύξεις και δοκιμασίες για τον καθορισμό της τάξης στην οποία θα έπρεπε να τοποθετηθεί η μεγαλύτερη κόρη της: «Αποθαρρύνθηκε τόσο πολύ από την όλη διαδικασία που ήθελε να τα παρατήσει. Εντέλει, είπαν ότι θα την κατέτασσαν στην 11η τάξη. Την πρώτη ημέρα που πήγε στο σχολείο, της είπαν μόλις έφτασε να μπει στην 9η τάξη. Αναστατώθηκε τόσο πολύ που παρακολούθησε μάθημα μόνο για μία ημέρα και μετά τα παράτησε».

Η 13χρονη κόρη της Samira παρακολουθούσε τα μαθήματα της 7ης τάξης έως ότου ένα μέλος του προσωπικού του σχολείου χαστούκισε το κορίτσι στο πρόσωπο «επειδή βρισκόταν στο προαύλιο του σχολείου ενώ θα έπρεπε να βρίσκεται μέσα στην τάξη». Η μητέρα της δήλωσε: «Δεν ξαναπήγε ποτέ στο σχολείο μετά από εκείνη την ημέρα. Μια μη κυβερνητική οργάνωση προσπάθησε να μεσολαβήσει και κανόνισε να γίνει συζήτηση με τον διευθυντή, αλλά η κόρη μου ήταν τόσο τραυματισμένη ψυχικά, αισθανόταν τόσο άβολα και είχε τέτοιον φόβο, που αρνήθηκε να ξαναπάει».

Οι εποχικοί εργαζόμενοι σε αγροτικές εργασίες στο Torbalı που παραχώρησαν συνέντευξη στη Human Rights Watch ανέφεραν ότι κανένα από τα παιδιά μεταξύ των 1.500 Σύρων που βρίσκονταν στην περιοχή τότε δεν είχε καταφέρει να φοιτήσει στο σχολείο. Ο Aziz, ένας 42χρονος πατέρας οκτώ παιδιών από την πόλη Ras al-Ayn, δήλωσε: «Τα παιδιά πήγαν στο σχολείο για ένα μήνα, όταν ερχόταν και τα έπαιρνε λεωφορείο. Αλλά το λεωφορείο έπαψε να έρχεται, και έτσι τα παιδιά σταμάτησαν να πηγαίνουν. Τώρα κάθονται όλη μέρα σπίτι και, εάν υπάρχει κάποια δουλειά γι’ αυτά στα χωράφια, δουλεύουν». Εργαζόμενος οργάνωσης παροχής βοήθειας στο Torbalı δήλωσε ότι οι τοπικές αρχές διέθεσαν το λεωφορείο για να δείξουν «επιδεικτικά» ότι παρέχουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες στα παιδιά αυτά, και επιβεβαίωσε ότι η υπηρεσία διακόπηκε μετά από λίγο καιρό.

Η Maysaa, 13 ετών, δήλωσε ότι έφτασε στο Torbalı από την Deir al-Zour τον Μάιο του 2015, και ότι έκτοτε δεν έχει μπορέσει να φοιτήσει στο σχολείο: «Δεν εργάζομαι· κάθομαι σπίτι και βοηθώ τη μητέρα μου στη σκηνή. Πραγματικά εύχομαι να μπορούσα να ξαναπάω στο σχολείο. Η ζωή εδώ δεν είναι ωραία... Δεν έχω φίλους, και όλα είναι δύσκολα». Ο πατέρας της, Abd al-Karim, δήλωσε: «Όταν πρωτοέφυγα από τη Συρία, την αφήσαμε αρχικά εκεί επειδή σπούδαζε. Όμως τον Φεβρουάριο του 2015 [διέφυγε στην Τουρκία διότι] το σχολείο της έκλεισε λόγω εχθροπραξιών κοντά στην περιοχή και έκτοτε δεν έχει ξαναπάει σχολείο».

Πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη
Ο κανονισμός περί προσωρινής προστασίας παρέχει επίσης στους πρόσφυγες από τη Συρία πρόσβαση σε δωρεάν πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη μέσω δημοσίων νοσοκομείων και παρόχων συναφών υπηρεσιών. Ωστόσο, όπως υποδηλώνει ο εν λόγω κανονισμός, όσοι δεν έχουν καταγραφεί δεν μπορούν να λάβουν επαρκή φροντίδα πέραν του επιπέδου των επειγόντων περιστατικών, παρά μόνον εάν έχουν την οικονομική δυνατότητα να λάβουν ιδιωτική θεραπεία.

Στη Σμύρνη, η Human Rights Watch παρακολούθησε την προσπάθεια μιας οικογένειας από τη Συρία να λάβει ιατρική βοήθεια για τον 6χρονο γιο της οικογένειας, τον «Shadi». Η οικογένεια δήλωσε ότι ο Shadi έσπασε το χέρι του κατά τη διάρκεια επικίνδυνης απόπειρας διέλευσης των συνόρων από τη Συρία, και τον είχαν μεταφέρει στο νοσοκομείο της πόλης Καμισλί της Συρίας για την ανάταξη του κατάγματος. Ωστόσο, εξακολουθούσε να πονάει και μετά την επιτυχή διέλευση των συνόρων έπειτα από αρκετές ημέρες, οπότε η οικογένειά του τον μετέφερε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών ενός δημόσιου νοσοκομείου στη Σμύρνη. Μια ακτινογραφία έδειξε ότι το κάταγμα του οστού δεν είχε αναταχθεί σωστά και χρειαζόταν αμέσως χειρουργική επέμβαση για να αποφευχθεί τυχόν μακροπρόθεσμη βλάβη. Ωστόσο, το προσωπικό του νοσοκομείου είπε στην οικογένεια του Shadi ότι μια επέμβαση τέτοιου είδους δεν μπορούσε να θεωρηθεί επείγουσα υπηρεσία και θα χρειαζόταν ταυτότητα δικαιούχου προσωρινής προστασίας για να υποβληθεί σε θεραπεία. Το τοπικό αστυνομικό τμήμα τούς ενημέρωσε ότι θα χρειαζόταν αρκετούς μήνες για να καταφέρει να αποκτήσει την ταυτότητα.

Ο «Hassan», 28 ετών, δήλωσε ότι οι δυσκολίες όσον αφορά την εξασφάλιση μητρικής φροντίδας λόγω των καθυστερήσεων στην καταγραφή διαδραμάτισαν εντέλει ρόλο στην απεγνωσμένη απόφαση που έλαβε η οικογένειά του να επιχειρήσει να διασχίσει με λέμβο το Αιγαίο στις αρχές Απριλίου, ταξίδι το οποίο έληξε όταν η τουρκική ακτοφυλακή σταμάτησε τη λέμβο: «Η σύζυγός μου γέννησε εδώ στην Τουρκία, και το νοσοκομείο δεν την δεχόταν παρά μόνον εάν πλήρωνα, επειδή δεν είχαμε kimlik. Προσπαθήσαμε να αποκτήσουμε kimlik, αλλά χρειάζεται να περιμένεις 10 ώρες έξω μόνο και μόνο για να κλείσεις ραντεβού. Τι να κάνω εγώ εδώ πέρα; Εδώ δεν είναι σπίτι μας».

Τέσσερις οικογένειες προσφύγων δήλωσαν ότι κατόρθωσαν να έχουν δωρεάν πρόσβαση σε μη επείγουσες υγειονομικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων νοσοκομείων και φαρμακείων, επειδή είχαν ταυτότητες δικαιούχων προσωρινής προστασίας. Ωστόσο, ακόμη και για τα άτομα που παραχώρησαν συνέντευξη στη Human Rights Watch τα οποία είχαν καταγραφεί, υπήρχαν ελλείψεις ως προς την υγειονομική περίθαλψη.

Στο Torbalı, δύο γυναίκες από τη Συρία που είχαν kimlik δήλωσαν ότι αντιμετώπισαν δυσκολίες πρόσβασης σε γυναικολογική φροντίδα. Και οι δύο είπαν ότι δεν έχουν πρόσβαση σε προμήθειες προϊόντων για την έμμηνο ρύση ούτε έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα αγοράσουν. Η Widha, 20 ετών, δήλωσε: «Οι πόνοι περιόδου είναι πολύ έντονοι και με κάνουν να μην μπορώ ούτε να σταθώ όρθια. Δεν υπάρχουν αρκετές σερβιέτες και δεν μπορούμε να αγοράσουμε νέες, και επιπλέον ο πόνος είναι τόσο έντονος που δεν μπορώ να εργαστώ όταν έχω περίοδο. Μία φορά πήγα στο νοσοκομείο γιατί ήμουν πολύ άσχημα. Μου έκαναν κάποιες εξετάσεις αλλά δεν μου έδωσαν τίποτα, ούτε έστω κανονικά παυσίπονα».

Η Yazi, 25 ετών, είχε γεννήσει έξι μήνες πριν από τη συνέντευξη και ανέφερε ότι η δύσκολη εμπειρία που βίωσε στο νοσοκομείο κατά τον τοκετό την έκανε απρόθυμη να ζητήσει περαιτέρω βοήθεια για συναφή θέματα υγείας:

Από τον τοκετό και μετά έχω επίμονους πόνους στη μέση και στην κοιλιά μου, ιδίως κατά τη διάρκεια της περιόδου. Όμως δεν έχω πάει σε γιατρό επειδή αισθάνομαι άβολα... Όταν πήγα στο νοσοκομείο για να γεννήσω, πήρα μαζί μου μια μεταφράστρια, αλλά την υποχρέωσαν να βγει από το δωμάτιο... Πονούσα πολύ και δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με κανένα. Μετά, κανείς δεν ερχόταν να ελέγξει πώς είμαι και εγώ φώναζα και μου είπαν να σωπάσω. Φοβόμουν. Φώναζα και δεν υπήρχε καμία ανταπόκριση.

Η Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης της Μετανάστευσης δήλωσε στη Human Rights Watch ότι η μεταφραστική υποστήριξη για την υγειονομική περίθαλψη προορίζεται να διατεθεί για τους Σύρους χωρίς επιβάρυνση, αλλά αναγνώρισε ότι επί του παρόντος υπάρχουν ελλείψεις όσον αφορά τις μεταφραστικές υπηρεσίες.

Περιορισμοί στην κυκλοφορία
Οι Σύροι πρόσφυγες, ακόμη και εκείνοι που έχουν καταγραφεί στο πλαίσιο προσωρινής προστασίας, αντιμετωπίζουν επίσης περιορισμούς στις μετακινήσεις τους εντός της Τουρκίας. Ο κανονισμός περί προσωρινής προστασίας επιτρέπει στις αρχές να απαιτούν από τους δικαιούχους να διαμένουν σε συγκεκριμένη «επαρχία, κέντρο προσωρινής διαμονής, ή καθορισμένο τόπο» (άρθρο 33), αλλά κατά την αρχική εφαρμογή του, δεν επιβάλλονταν περιορισμοί στους Σύρους που επιθυμούσαν να μετακινηθούν από μία επαρχία σε άλλη. Τον Αύγουστο του 2015, η κυβέρνηση εξέδωσε γραπτές οδηγίες προς τις επαρχιακές αρχές, διατάσσοντας τη λήψη μέτρων για τον περιορισμό και τον έλεγχο της κυκλοφορίας των Σύρων εντός της χώρας. Η επιβολή των μέτρων αυτών αρχικά γινόταν κατά περίπτωση, αλλά έκτοτε έχει καταστεί περισσότερο διαδεδομένη, και οι δικαιούχοι προσωρινής προστασίας υποχρεούνται πλέον να λαμβάνουν άδεια από τις τοπικές αρχές που είναι αρμόδιες για θέματα μετανάστευσης για να φύγουν από την επαρχία όπου διαμένουν.

Χωρίς την εν λόγω άδεια, μπορεί να απαγορευτεί στους πρόσφυγες η επιβίβαση σε αεροσκάφη ή η αγορά εισιτηρίων λεωφορείου με προορισμό διαφορετική επαρχία. Ορισμένοι παρατηρητές έχουν επισημάνει ότι τα νέα μέτρα ενδεχομένως αποτελούν μια προσπάθεια ελέγχου του πληθυσμού ώστε να περιοριστούν οι αναχωρήσεις από τη χώρα, σύμφωνα με τις προσδοκίες της ΕΕ βάσει της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας.

Τρεις Σύροι πρόσφυγες που παραχώρησαν συνέντευξη στη Human Rights Watch ανέφεραν τις ανησυχίες τους για τους εν λόγω περιορισμούς. Ο Ali, 27 ετών, δήλωσε: «Η Τουρκία έχει σταθεί πραγματικά καλή με τους Σύρους, αλλά τα κλειστά σύνορα και οι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία αποτελούν πραγματικό πρόβλημα». Ο ίδιος δεν γνώριζε ποιες είναι οι προϋποθέσεις για έκδοση ταξιδιωτικής άδειας και πίστευε ότι η χορήγηση ή η άρνηση χορήγησής της γίνεται αυθαίρετα, ενώ πρόσθεσε: «Απλώς εύχομαι να μπορούσα να κυκλοφορώ λίγο εντός της χώρας».

Ομοίως, ο Mohammed, 29 ετών, ανέφερε ότι αυτοί οι νέοι περιορισμοί επηρέασαν το αίσθημα ασφάλειας που του παρέχει το καθεστώς προσωρινής προστασίας το οποίο διαθέτει:

Δεν αισθάνομαι ποτέ ούτε ασφάλεια ούτε σταθερότητα εδώ. Δεν ξέρουμε τι θα μας συμβεί στη συνέχεια. Καθημερινά ακούμε για προβλήματα των Σύρων όσον αφορά το καθεστώς τους εδώ... Υπάρχουν περιορισμοί της κυκλοφορίας παντού. Είναι αβάσταχτο... Ίσως να μπορώ να φύγω από την Κωνσταντινούπολη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορώ να ξαναγυρίσω, εξαρτάται από την ταξιδιωτική μου άδεια. Απλώς και μόνο το γεγονός ότι λαμβάνω την άδεια προς μία κατεύθυνση δεν σημαίνει ότι θα την εξασφαλίσω και προς την άλλη... Θέλω να βρίσκομαι κάπου όπου υπάρχει κράτος δικαίου και δικαιώματα. Αυτό δεν το έχουμε εδώ.

Η Διεύθυνση Μετανάστευσης δήλωσε στη Human Rights Watch ότι ο πρωταρχικός λόγος για τον οποίο επιβάλλεται η απαίτηση ταξιδιωτικής άδειας είναι η «αποτελεσματικότερη παροχή δικαιωμάτων και υπηρεσιών». Ωστόσο, η γραπτή οδηγία που διέπει την εν λόγω πολιτική αναφέρει επίσης την ανάγκη να μειωθούν «οι απόπειρες παράνομης διέλευσης Σύρων προς τρίτες χώρες».

Παρότι η Τουρκία δικαιούται βάσει του διεθνούς δικαίου να θέσει κάποιους περιορισμούς στην κυκλοφορία των νομίμως διαμενόντων υπό ορισμένες συνθήκες, η ελεύθερη κυκλοφορία αποτελεί σημαντικό δικαίωμα δυνάμει της Σύμβασης για τους πρόσφυγες και η Τουρκία οφείλει να διασφαλίσει ότι τυχόν περιορισμοί αυτού του είδους είναι δικαιολογημένοι και θεμιτοί ως προς το πεδίο εφαρμογής τους, καθώς επηρεάζουν τις δυνατότητες των προσφύγων για μια ζωή με σταθερότητα και μπορούν να περιορίσουν την πρόσβασή τους σε ευκαιρίες απασχόλησης και εκπαίδευσης.

Μεθοδολογία 
Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, μέλος της ερευνητικής ομάδας της Human Rights Watch πραγματοποίησε συνεντεύξεις με 67 ενήλικους και ανήλικους Σύρους που ζουν στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και στο Torbalı. Οι οικογένειες που παραχώρησαν συνέντευξη εντοπίστηκαν μέσω παραπομπών από μη κυβερνητικές οργανώσεις και επαφών εντός της κοινότητας Σύρων προσφύγων σε κάθε πόλη. Η Human Rights Watch διεξήγαγε όλες τις συνεντεύξεις σε ασφαλείς και ιδιωτικούς χώρους, στην αραβική γλώσσα, με τη συνδρομή γυναίκας διερμηνέα. Σε όλους τους συνεντευξιαζόμενους εξηγήθηκε η φύση της έρευνας και οι προθέσεις όσον αφορά τις συλλεγείσες πληροφορίες. Η Human Rights Watch έχει διατηρήσει μυστική την ταυτότητα των ατόμων και φορέων που ζήτησαν να τηρηθεί η ανωνυμία τους. Η Human Rights Watch συμβουλεύτηκε επίσης τοπικές και διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις, δημόσιες αναφορές και επίσημες δηλώσεις. Η Human Rights Watch κοινοποίησε σύνοψη των πορισμάτων της στις τουρκικές αρχές που είναι αρμόδιες για θέματα μετανάστευσης και έλαβε επίσημη γραπτή απάντηση στις 10 Ιουνίου 2016, στην οποία γίνεται παραπομπή όπου απαιτείται.