Ενημέρωση 2 Σεπτεμβρίου 2014

Επανέρχεται στη Βουλή το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο για την Ελλάδα, του οποίου η εξέταση ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2013, και μετά από διακοπή εννέα μηνών αναμένεται να συζητηθεί στο θερινό τμήμα της Βουλής στις 2 και 5 Σεπτεμβρίου 2014. Οι βουλευτές θα πρέπει να τροποποιήσουν το σχέδιο νόμου ούτως ώστε να συμπεριληφθούν μέτρα για την καταπολέμηση της ρατσιστικής βίας και την προάσπιση της ελευθερίας του λόγου, δήλωσε σήμερα η Human Rights Watch.

Εάν εγκριθεί με την παρούσα μορφή του, το νομοσχέδιο θα καταστήσει αυστηρότερες τις ποινικές κυρώσεις για την υποκίνηση μίσους, διακρίσεων και βίας. Επίσης, θα ποινικοποιήσει την άρνηση της σοβαρότητας εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Ωστόσο, παρά την επιδημία φαινομένων ρατσιστικής βίας στην ελληνική πρωτεύουσα, το νομοσχέδιο δεν περιλαμβάνει μέτρα που θα ενθάρρυναν την καταγγελία βίαιων εγκλημάτων μίσους ή θα διασφάλιζαν κατάλληλο τρόπο απόκρισης εκ μέρους της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών για την καταπολέμηση της βίας που υποκινείται από το μίσος.

Η Human Rights Watch έχει εκδώσει λεπτομερείς συστάσεις για το νομοσχέδιο, που κατατέθηκε αρχικά τον Νοέμβριο του 2013, με τις οποίες προτρέπει τους βουλευτές να τροποποιήσουν το σχέδιο νόμου προκειμένου:

  • να ενθαρρύνεται η καταγγελία μέσω της αυτεπάγγελτης διερεύνησης εκ μέρους των αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών κάθε εγκλήματος δυνάμενου να χαρακτηριστεί ως βίαιο έγκλημα μίσους, ανεξαρτήτως του είδους του, χωρίς να απαιτείται κατάθεση παραβόλου από τα θύματα για την υποβολή έγκλησης·
  • να απαιτείται ρητώς από τις εισαγγελικές αρχές να διερευνούν την ύπαρξη προκαταλήψεων ως πιθανού κινήτρου για την τέλεση εγκλήματος και να παρουσιάζουν τυχόν σχετικά στοιχεία στο δικαστήριο·
  • να απαιτείται από τα δικαστήρια να εξετάζουν τα στοιχεία που αποτελούν ενδείξεις για την ύπαρξη προκαταλήψεων ως πιθανού κινήτρου, καθώς και να εξηγούν τους λόγους για την επιβολή ή μη αύξησης της ποινής·
  • να απαιτείται από τις αρχές επιβολής του νόμου να αναστέλλουν τυχόν μέτρα που επιβάλλονται βάσει της μεταναστευτικής νομοθεσίας λόγω του παράτυπου καθεστώτος ενός θύματος ή μάρτυρα εικαζόμενης επίθεσης, έως ότου εκδοθεί από τις εισαγγελικές αρχές μια εκ πρώτης όψεως εκτίμηση επί του βάσιμου της προσφυγής σχετικά με την επίθεση· και
  • να θεσμοθετηθεί με νόμο η κοινή υπουργική απόφαση που εκδόθηκε στις 5 Ιουνίου, με την οποία εκχωρείται στους εισαγγελείς η εξουσία να χορηγούν άδειες διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους σε θύματα και μάρτυρες εγκλημάτων μίσους που δεν διαθέτουν νομιμοποιητικά έγγραφα.

Τέλος, στο πλαίσιο της προτεινόμενης μεταρρύθμισης σχετικά με τα εγκλήματα μίσους θα πρέπει να αναγνωρίζεται ρητώς ότι οι δράστες ενίοτε έχουν μεικτά κίνητρα, καθώς και να καθίσταται σαφές ότι η ύπαρξη πολλαπλών κινήτρων δεν πρέπει να αποκλείει την άσκηση δίωξης και τη διερεύνηση μιας υπόθεσης ως εγκλήματος υποκινούμενου από προκαταλήψεις.

Οι βουλευτές θα πρέπει επίσης να επανεξετάσουν προσεκτικά τις διατάξεις του νομοσχεδίου που εγείρουν ανησυχίες για αδικαιολόγητη παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης και του συνεταιρίζεσθαι, δήλωσε η Human Rights Watch. Ειδικότερα, η εκφορά λόγου που δεν αποτελεί υποκίνηση βίας –συμπεριλαμβανομένης της άρνησης της σοβαρότητας εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας– δεν θα πρέπει να ποινικοποιηθεί, όσο προσβλητική και αν είναι. Επίσης, κανείς δεν θα πρέπει να διατρέχει κίνδυνο δίωξης απλώς και μόνο λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους νόμιμου πολιτικού κόμματος.

Κάθε μέτρο που ενδέχεται να συνιστά παρέμβαση στα δικαιώματα της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της έκφρασης θα πρέπει να ορίζεται σε αυστηρό πλαίσιο, προκειμένου να διασφαλίζεται η αναγκαιότητα και η αναλογικότητά του, και οι ποινικοί νόμοι θα πρέπει να συντάσσονται κατά τρόπο ώστε να παρέχουν ασφάλεια δικαίου – δηλαδή, καθιστώντας σαφές στους πολίτες τι συνιστά παράβαση του νόμου.

«Η Ελλάδα αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα σε σχέση με τη ρατσιστική βία», δήλωσε η Eva Cossé, ειδικός της Human Rights Watch για την Ελλάδα. «Οι βουλευτές θα πρέπει να αδράξουν την ευκαιρία ώστε αυτό το νομοσχέδιο να αποτελέσει πραγματικά μέρος της λύσης».

-------------------------

Ενημέρωση 13 Απριλίου 2014

Επανήλθε στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, του οποίου η εξέταση είχε ξεκινήσει τον Νοέμβριο του 2013 αλλά διεκόπη για τέσσερις μήνες· το εν λόγω νομοσχέδιο αναμένεται να τεθεί υπό συζήτηση ενώπιον της Ολομέλειας εντός των προσεχών ημερών.

Οι προταθείσες τροπολογίες προβλέπουν αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις για όσους προτρέπουν σε πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν μίσος, διακρίσεις και βία. Επίσης, ποινικοποιούν την άρνηση της σοβαρότητας εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Ωστόσο, το νομοσχέδιο δεν περιλαμβάνει μέτρα που θα ενθάρρυναν την καταγγελία βίαιων εγκλημάτων μίσους ή θα διασφάλιζαν κατάλληλο τρόπο απόκρισης εκ μέρους των αστυνομικώνκαι δικαστικώναρχών, δήλωσε η Human Rights Watch.

Η Human Rights Watch, στις λεπτομερείς συστάσειςπου εξέδωσε για το τελικό νομοσχέδιο, προτρέπει τους βουλευτές να τροποποιήσουν το σχέδιο νόμου, προκειμένου:

  • να παρέχεται προστασία σε θύματα χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα και ουσιώδεις μάρτυρες εγκλημάτων μίσους από ενδεχόμενη κράτηση ή απέλαση έως ότου εκδοθεί από τις εισαγγελικές αρχές εκτίμηση σχετικά με το εκ πρώτης όψεως παραδεκτό της προσφυγής που αφορά την επίθεση, και να εκχωρείται στις εισαγγελικές αρχές η εξουσία να χορηγούν άδειες παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους σε θύματα χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα και ουσιώδεις μάρτυρες εγκλημάτων μίσους·
  • να ενθαρρύνεται η καταγγελία μέσω της αυτεπάγγελτης διερεύνησης εκ μέρους των αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών κάθε εγκλήματος, ανεξάρτητα από το είδος του, το οποίο δύναται να χαρακτηριστεί ως βίαιο έγκλημα μίσους, χωρίς να απαιτείται η κατάθεση παραβόλου εκ μέρους των θυμάτων για την υποβολή έγκλησης· και
  • να απαιτείται ρητώς από τις εισαγγελικές αρχές να διερευνούν την ύπαρξη προκαταλήψεων ως πιθανού κινήτρου για την τέλεση εγκληματικής πράξεως και να παρουσιάζουν τα όποια στοιχεία στο δικαστήριο.

Οι βουλευτές οφείλουν επίσης να επανεξετάσουν προσεκτικά τις διατάξεις εκείνες του νομοσχεδίου που δημιουργούν ανησυχίες για αδικαιολόγητη παρέμβαση στην ελευθερία του λόγου και του συνεταιρίζεσθαι, δήλωσε η HumanRightsWatch. Ειδικότερα, η εκφορά λόγου που δεν προτρέπει στην τέλεση πράξεων βίας –συμπεριλαμβανομένων της άρνησης εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας– δεν θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ποινικοποίησης, ανεξάρτητα από το αν ενέχει προσβλητικό χαρακτήρα, δήλωσε η Human Rights Watch. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να απειλούνται με δίωξη πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή αποτελούν μέλη νόμιμου πολιτικού κόμματος.

-------------------------

(Λονδίνο, 3 Δεκεμβρίου 2013) – Οι βουλευτές του ελληνικούκοινοβουλίου οφείλουν να μεριμνήσουν για τη συμπερίληψη στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο μέτρων για την καταπολέμηση της ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας, δήλωσε σήμερα η Human Rights Watch. Το νομοσχέδιο, το οποίο κατατέθηκε στη Βουλή από τον υπουργό Δικαιοσύνης Χαράλαμπο Αθανασίου στις 20 Νοεμβρίου 2013, προβλέπει κυρώσεις για τη διάχυση της ρητορικής του μίσους και την υποκίνηση βίας· εντούτοις, αδυνατεί να αντιμετωπίσει προβλήματα της υφιστάμενης ελληνικής νομοθεσίας και πρακτικής που σχετίζονται με την καταγγελία και δίωξη περιστατικών ρατσιστικής βίας.

«Η Ελλάδα έχει διαψεύσει τις προσδοκίες πάρα πολλών θυμάτων ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας, δεδομένου ότι ούτε διερευνά ούτε διώκει ποινικά τους δράστες», δήλωσε η Eva Cossé, ειδικός της Human Rights Watch για την Ελλάδα. «Εάν ο υπουργός Δικαιοσύνης και το κοινοβούλιο προτίθενται σοβαρά να βελτιώσουν τον τρόπο απόκρισης της Πολιτείας έναντι των εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας, τότε οφείλουν να άρουν κάθε εμπόδιο προσφυγής στη δικαιοσύνη για αυτού του είδους τις επιθέσεις».

Το νομοσχέδιο, το οποίο τελεί υπό συζήτηση ενώπιον της Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, προβλέπει αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις για όσους προτρέπουν σε πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν μίσος, διακρίσεις ή βία. Επίσης, ποινικοποιεί τον δημόσιο εγκωμιασμό ή την άρνηση της σοβαρότητας εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.

Το νομοσχέδιο, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει μέτρα που θα ενθάρρυναν την καταγγελία βίαιων εγκλημάτων μίσους ή θα διασφάλιζαν κατάλληλο τρόπο απόκρισης εκ μέρους των αστυνομικώνκαι δικαστικώναρχών, δήλωσε η Human Rights Watch.

Οι βουλευτές οφείλουν να εισηγηθούν τροποποίηση του νομοσχεδίου, με σκοπό τη συμπερίληψη διατάξεων που θα ορίζουν ρητά ότι για κάθε έγκλημα, ανεξάρτητα από το είδος του, το οποίο δύναται να χαρακτηριστεί ως βίαιο έγκλημα μίσους, χωρεί αυτεπάγγελτη διερεύνηση και ποινική δίωξη χωρίς να απαιτείται η κατάθεση παραβόλου 100 ευρώ εκ μέρους των θυμάτων για την υποβολή έγκλησης. Σύμφωνα με έρευναπου διεξήγαγε η Human Rights Watch, το παράβολο αποθαρρύνει τα θύματα ρατσιστικών επιθέσεων από την υποβολή έγκλησης.

Οι βουλευτές οφείλουν επίσης να εισηγηθούν τη συμπερίληψη διατάξεων για την παροχή προστασίας σε μετανάστες-θύματα χωρίς έγγραφα και αυτόπτες μάρτυρες έναντι ενδεχόμενης κράτησης και απέλασης. Ως εκ τούτου, οι αρχές επιβολής του νόμου θα υποχρεούνται να αναστέλλουν την εκτέλεση των σχετιζόμενων με τη μεταναστευτική νομοθεσία πράξεων που απορρέουν από το παράνομο καθεστώς προσώπου φερόμενου ως θύματος εγκληματικής πράξης ή αυτόπτη μάρτυρα, έως ότου εκδοθεί από τις εισαγγελικές αρχές εκτίμηση σχετικά με το εκ πρώτης όψεως παραδεκτό της προσφυγής. Οι προτεινόμενες αυτές διατάξεις συνάδουν με την ευρωπαϊκή οδηγία σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων εγκληματικών πράξεων.

Η Human Rights Watch έχει γίνει κατ’ επανάληψη αποδέκτης μαρτυριών, σύμφωνα με τις οποίες η απειλή εκ μέρους των αστυνομικών αρχών για ενδεχόμενη κίνηση διαδικασιών κράτησης και απέλασης αποθαρρύνει τα θύματα ρατσιστικής βίας από την καταγγελία ρατσιστικών επιθέσεων στην αστυνομία ή την προσφυγή στη δικαιοσύνη.

Σε ξεχωριστό νομοσχέδιο που αφορά την τροποποίηση του Κώδικα Μετανάστευσης και το οποίο αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή, προβλέπεται η χορήγηση θεωρήσεων για ανθρωπιστικούς λόγους σε θύματα χωρίς έγγραφα και αυτόπτες μάρτυρες συγκεκριμένων εγκληματικών πράξεων. Το μέτρο αυτό θα συνέβαλε θετικά προς την κατεύθυνση της απονομής δικαιοσύνης σε θύματα ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας και θα λειτουργούσε συμπληρωματικά προς την προσωρινή αναστολή εκτέλεσης των σχετιζόμενων με τη μεταναστευτική νομοθεσία πράξεων, υπέρ της συμπερίληψης της οποίας στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο έχει ταχθεί η Human Rights Watch.

Τέλος, μια καλά μελετημένη νομοθεσία για τα εγκλήματα λόγω προκαταλήψεων οφείλει να περιλαμβάνει ορισμένα θεμελιώδη στοιχεία, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές διαθέτουν τα αναγκαία μέσα και αρμοδιότητες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, δήλωσε η Human Rights Watch. Κάθε πρόταση μεταρρύθμισης του νομοθετικού πλαισίου για τα εγκλήματα μίσους θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα εξής θεμελιώδη στοιχεία, όπως αυτά αναγνωρίζονται από το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΑΣΕ: 

  • Οι νομοθεσίες για τα εγκλήματα λόγω προκαταλήψεων πρέπει να αναγνωρίζουν ρητά την ύπαρξη ενίοτε μεικτών κινήτρων στους δράστες και να καθιστούν σαφές ότι η παρουσία πολλαπλών κινήτρων δεν αποκλείει τη διερεύνηση και δίωξη μιας υπόθεσης ως εγκλήματος υποκινούμενου από προκαταλήψεις. Η εντολή των νέων ελληνικών αστυνομικών μονάδων για την καταπολέμηση του ρατσισμού περιορίζεται σε αδικήματα που διαπράττονται αποκλειστικά λόγω της φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής ή του θρησκεύματος του θύματος·
  • Οι εισαγγελικές αρχές οφείλουν να διερευνούν την ύπαρξη προκαταλήψεων ως πιθανού κινήτρου για την τέλεση εγκληματικής πράξεως και να παρουσιάζουν τα όποια στοιχεία στο δικαστήριο. Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, το ρατσιστικό κίνητρο εξετάζεται μόνο κατά την επιμέτρηση της ποινής, και όχι κατά τη διάρκεια της δίκης για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης, με αποτέλεσμα οι αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές να είναι λιγότερο πιθανόν να διερευνήσουν εξαρχής το ενδεχόμενο ύπαρξης προκαταλήψεων κατά την τέλεση εγκλήματος.

Εξίσου σημαντική είναι η συμπερίληψη του γενετήσιου προσανατολισμού και της ταυτότητας του φύλου ως προστατευόμενων κατηγοριών στην ελληνική νομοθεσία για την καταπολέμηση μισαλλόδοξων πράξεων βίας. Η εν λόγω προσθήκη είναι σύμφωνη με την ευρωπαϊκή οδηγία σχετικά με τα δικαιώματα των θυμάτων εγκληματικών πράξεων.

Σκοπός του σχεδίου νόμου είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην ευρωπαϊκή απόφαση πλαίσιο του 2008 για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας. Ωστόσο, το παρόν σχέδιο νόμου περιλαμβάνει διατάξεις που δημιουργούν ανησυχίες για αδικαιολόγητη παρέμβαση στην ελευθερία του λόγου και του συνεταιρίζεσθαι, δήλωσε η Human Rights Watch.

Το άρθρο 1 καθιστά αξιόποινη την προτροπή στην τέλεση πράξεων που μπορούν να προκαλέσουν μίσος, διακρίσεις ή βία κατά προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή ή την αναπηρία, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα. Ενδεχόμενη παραβίαση του νόμου τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών έως τριών ετών και με χρηματική ποινή 5.000 έως 20.000 ευρώ. Βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, η προτροπή στην τέλεση πράξεων με βάση την εθνική ή εθνοτική καταγωγή τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών.

Το άρθρο 2 του σχεδίου νόμου ποινικοποιεί τον δημόσιο εγκωμιασμό ή την άρνηση των εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, προβλέποντας ποινές φυλάκισης και χρηματικές ποινές όμοιες με εκείνες του άρθρου 1.

Παρότι η επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις ευθείας υποκίνησης σε πράξεις βίας είναι θεμιτή, η εκφορά λόγου που δεν προτρέπει στην τέλεση τέτοιων πράξεων, όπως η άρνηση των εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, δεν θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ποινικοποίησης, ανεξάρτητα από το αν ενέχει προσβλητικό χαρακτήρα, δήλωσε η Human Rights Watch.

Το εν λόγω νομοσχέδιο παρέχει στον υπουργό Δικαιοσύνης την ευχέρεια να επιβάλλει αυστηρές διοικητικές κυρώσεις, όπως χρηματικά πρόστιμα, σε ενώσεις προσώπων, σε περίπτωση που ένα από τα μέλη τους κατηγορηθεί για την τέλεση πράξεων που προσδιορίζονται στο νομοσχέδιο. Βάσει του ελληνικού κώδικα διοικητικής δικονομίας, οι επιβληθείσες κυρώσεις μπορούν να προσβληθούν ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων, και το νομοσχέδιο προβλέπει την ανάκληση των εν λόγω κυρώσεων σε περίπτωση αμετάκλητης απαλλαγής του παραπεμφθέντος μέλους.

Το σχέδιο νόμου διευρύνει επίσης το πεδίο εφαρμογής και αυστηροποιεί τις ποινικές κυρώσεις για συμμετοχή σε ενώσεις προσώπων οι οποίες «επιδιώκουν συστηματικά» την τέλεση πράξεων που μπορούν να προκαλέσουν μίσος, διακρίσεις και βία, προβλέποντας ποινές φυλάκισης τριών μηνών έως τριών ετών και χρηματικές ποινές 5.000 έως 20.000 ευρώ. Το σχέδιο νόμου δεν ορίζει σαφώς τι συνιστά συστηματική προτροπή στην τέλεση τέτοιων πράξεων.

Οι βουλευτές θα πρέπει να επανεξετάσουν προσεχτικά τα εν λόγω μέτρα, προκειμένου να διαπιστωθεί ο βαθμός εναρμόνισής τους με τα αντίστοιχα πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κάθε μέτρο που θα μπορούσε να εκληφθεί ως παρέμβαση στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και της έκφρασης θα πρέπει να ορίζεται αυστηρά, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσον είναι αναγκαίο και αναλογικό, και η ποινική νομοθεσία θα πρέπει να συντάσσεται κατά τρόπο ώστε να παρέχεται ασφάλεια δικαίου, δηλαδή να καθίσταται σαφές στους πολίτες τι συνιστά παραβίαση του νόμου. Η δίωξη προσώπων απλώς και μόνον για την ιδιότητά τους ως μελών νόμιμου πολιτικού κόμματος, για παράδειγμα, αποτελεί παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, δήλωσε η Human Rights Watch.

Η κατάθεση του νομοσχεδίου λαμβάνει χώρα εν μέσω δίωξης κατά του ακροδεξιού αντιμεταναστευτικού κόμματος «Χρυσή Αυγή». Ο επικεφαλής του κόμματος, Νικόλαος Μιχαλολιάκος, και πέντε ακόμη βουλευτές της Χρυσής Αυγής κατηγορήθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου για συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που συνδέεται με σωρεία αδικημάτων, συμπεριλαμβανομένων του θανάσιμου τραυματισμού με μαχαίρι του αντιφασίστα ακτιβιστή Παύλου Φύσσαστις 18 Σεπτεμβρίου και αρκετών βίαιων επιθέσεων κατά μεταναστών.

Ο κ. Μιχαλολιάκος και οι λοιποί κατηγορούμενοι αρνούνται τις κατηγορίες, καθώς και οποιαδήποτε ανάμειξή τους στα περιστατικά. Στις 16 Οκτωβρίου, το κοινοβούλιο ήρε τη βουλευτική ασυλία τριών επιπλέον μελών της Χρυσής Αυγής, χωρίς ωστόσο να τους έχουν ακόμη απαγγελθεί επίσημες κατηγορίες.

«Η επιθυμία της ελληνικής κυβέρνησης να καταπολεμήσει τις εκδηλώσεις μίσους είναι εύλογη», δήλωσε η κ. Cossé. «Ωστόσο, οι μισαλλόδοξες ιδέες, σε αντίθεση με τη βία, αντιμετωπίζονται καλύτερα με τον διάλογο και την κοινωνική καταδίκη, και όχι με την επιβολή ποινικών κυρώσεων».

Τον Ιούλιο του 2012, η Human Rights Watch δημοσίευσε την έκθεση με τίτλο «Μίσος στους δρόμους: Η ξενοφοβική βία στην Ελλάδα», στην οποία τεκμηριώνεται μια ανησυχητικής έκτασης έξαρση των ξενοφοβικών επιθέσεων, καθώς και η αποτυχία των ελληνικών αστυνομικών και δικαστικών αρχών να αποτρέψουν, να διερευνήσουν και να τιμωρήσουν βιαιοπραγίες από αυτόκλητες ομάδες πολιτοφυλακής που στοχοποιούν μετανάστες και αιτούντες άσυλο.

Η Ελλάδα έχει λάβει ορισμένα θετικά μέτρα, όπως, μεταξύ άλλων, η σύσταση ειδικών αστυνομικών μονάδωντον Ιανουάριο για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας και ο διορισμός εισαγγελέα αρμόδιου για τα εγκλήματα μίσους στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2012. Στις 20 Νοεμβρίου 2013, αθηναϊκό δικαστήριο καταδίκασε δύο άνδρες σε εξαγοράσιμη ποινή φυλάκισης τριών ετών και πέντε μηνών για διάπραξη εγκλήματος υποκινούμενου από ρατσιστικό κίνητρο. Πρόκειται για την πρώτη γνωστή δικαστική απόφαση που εκδίδεται βάσει νομοθετικής διάταξης του 2008 που αφορά τα εγκλήματα μίσους.