(Αθήνα) – Η αστυνομία δεν προστατεύει τους ανθρώπους στα συχνά περιστατικά βίας που ξεσπούν στα κλειστά κέντρα υποδοχής προσφύγων στα ελληνικά νησιά, τα λεγόμενα «hotspot», δήλωσε σήμερα η Human Rights Watch. Τα κέντρα δημιουργήθηκαν για την υποδοχή, την ταυτοποίηση και τη διεκπεραίωση των εγγράφων των αιτούντων άσυλο και μεταναστών. Σε κανένα από τα τρία κέντρα που επισκέφθηκε η Human Rights Watch στη Σάμο, τη Λέσβο και τη Χίο στα μέσα Μαΐου 2016, δεν υπάρχει διαχωρισμός των γυναικών από τους ενήλικους άνδρες με τους οποίους δεν έχουν καμία συγγένεια, ενώ και στα τρία επικρατούν ανθυγιεινές συνθήκες και υπερβολικός συνωστισμός.

«Στην ευρωπαϊκή εκδοχή των προσφυγικών καταυλισμών, οι γυναίκες και τα παιδιά που εγκατέλειψαν τις χώρες τους για να ξεφύγουν από τον πόλεμο αντιμετωπίζουν καθημερινά τη βία και ζουν με τον φόβο», δήλωσε ο Bill Frelick, διευθυντής του προγράμματος δικαιωμάτων των προσφύγων της Human Rights Watch. «Η έλλειψη αστυνομικής προστασίας, ο υπερβολικός συνωστισμός και οι ανθυγιεινές συνθήκες δημιουργούν μια ατμόσφαιρα χάους και ανασφάλειας στους περιφραγμένους με αγκαθωτό συρματόπλεγμα καταυλισμούς των ελληνικών νησιών».

Μια 58χρονη γυναίκα από τη Συρία που ζει σε αυτοσχέδιο κατάλυμα στο hotspot της ΒΙΑΛ στο νησί της Χίου. Σχεδόν 200 άτομα ζουν στο δάπεδο του παλαιού εργοστασίου στο κέντρο του καταυλισμού αντί των κοντέινερ-οικίσκων που έχουν εγκατασταθεί γύρω από το κτίριο, και κρεμούν κουβέρτες για να οριοθετήσουν τον χώρο τους και να εξασφαλίσουν μια υποτυπώδη ιδιωτικότητα.

© 2016 Ιδιωτ./Human Rights Watch

Σε επισκέψεις που πραγματοποίησε από τις 9 έως τις 15 Μαΐου, η Human Rights Watch διαπίστωσε ότι και τα τρία αυτά κέντρα είναι υπερπλήρη, με σοβαρές ελλείψεις σε επίπεδο βασικής στέγασης και ρυπαρές, ανθυγιεινές συνθήκες. Η μεγάλη αναμονή στην ουρά για φαγητό χαμηλής ποιότητας, η κακή διαχείριση και η έλλειψη πληροφόρησης συντελούν περαιτέρω στο χαοτικό και ασταθές κλίμα που επικρατεί στα τρία κέντρα υποδοχής (hotspot), δήλωσε η Human Rights Watch.

Στις 13 Μαΐου, συμπλοκή στην οποία εμπλέκονταν περίπου 200 άνδρες μαινόταν για πολλές ώρες στο hotspot στο Βαθύ της Σάμου, μια εγκατάσταση με 250 κλίνες, στην οποία εκείνη την ημέρα στεγάζονταν 945 άτομα. Η Human Rights Watch επισκέφθηκε το κέντρο στις 14 Μαΐου και είδε κηλίδες αίματος στα δάπεδα, ματωμένα ρούχα, σπασμένα σημεία και τρύπες στα καταλύματα όπου είχαν πεταχτεί πέτρες, καθώς και θραύσματα γυαλιών και άλλα απομεινάρια της συμπλοκής, ενώ εξέτασε επίσης μώλωπες και τραύματα που είχαν υποστεί άνδρες και γυναίκες στο κεφάλι και στο σώμα. Πολλοί διαμένοντες δήλωσαν ότι η αστυνομία που είναι υπεύθυνη για την ασφάλεια στην περιοχή αποσύρθηκε όταν ξέσπασε η συμπλοκή. Σύμφωνα με μέλη της οργάνωσης ανθρωπιστικής βοήθειας Boat Refugee Foundation, μιας ολλανδικής μη κυβερνητικής οργάνωσης που παρέχει υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης στο κέντρο, νοσηλεύτηκαν 14 άτομα, μεταξύ των οποίων και κάποια με κατάγματα στα χέρια και στα πόδια.

Η Human Rights Watch υποχρεώθηκε να συντομεύσει την επίσκεψή της στις 14 Μαΐου στο Βαθύ λόγω θεμάτων ασφαλείας, αλλά πραγματοποίησε νέα επίσκεψη στις 15 Μαΐου.

Διαμένοντες στον καταυλισμό αλλά και φορείς παροχής υπηρεσιών δήλωσαν ότι οι συμπλοκές αποτελούν καθημερινό φαινόμενο στο Βαθύ και ότι η αστυνομία αποσύρεται όταν αρχίζουν οι συμπλοκές και δεν παρεμβαίνει για να προστατεύσει τους ανθρώπους. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η UNHCR, η οποία βρισκόταν στο σημείο και τις τρεις ημέρες των επισκέψεων της Human Rights Watch, δήλωσε ότι στο Βαθύ δεν υπάρχει επικεφαλής του καταυλισμού. Κανείς δεν φάνηκε να είναι αρμόδιος τις ημέρες των επισκέψεων της Human Rights Watch. Οι διαμένοντες στους άλλους δύο καταυλισμούς, στη Μόρια της Λέσβου και στη ΒΙΑΛ στη Χίο, δήλωσαν επίσης ότι η αστυνομία δεν παρεμβαίνει στις συμπλοκές.

Παρά την αστυνομική εντολή προς όλους τους αστυνομικούς που εργάζονται σε χώρους με πρόσφυγες και μετανάστες να διασφαλίζουν την προστασία και την ασφάλεια των γυναικών και των παιδιών, τα κέντρα στη Χίο και στη Σάμο δεν έχουν χωριστά τμήματα για τις ανύπανδρες γυναίκες, τις οικογένειες ή τις γυναίκες με παιδιά. Η Human Rights Watch είδε ασυνόδευτα παιδιά και οικογένειες να διαμένουν στους κοινούς χώρους στη Μόρια. Στη Μόρια υπάρχουν μεν χωριστά τμήματα για παιδιά και οικογένειες, αλλά δεν υπάρχει αρκετός χώρος για να στεγαστούν όλες οι γυναίκες και τα παιδιά που βρίσκονται στο κέντρο.

Οι γυναίκες ανέφεραν συχνά περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και στα τρία κέντρα υποδοχής (hotspot). «Οι άνδρες μεθούν και προσπαθούν να μπουν στη σκηνή μας κάθε βράδυ», δήλωσε μια 19χρονη ανύπανδρη γυναίκα από την Ερυθραία που διαμένει στο Βαθύ. «Πήγαμε στην αστυνομία και ζητήσαμε να μας πάνε σε χωριστό τμήμα του καταυλισμού για να μας απομακρύνουν από τους άνδρες που προσπαθούν να μας κακοποιήσουν, αλλά η αστυνομία αρνήθηκε να μας βοηθήσει. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο εγκαταλείψαμε τη χώρα μας, και τώρα εδώ στον καταυλισμό φοβόμαστε να βγούμε από τη σκηνή μας». Οι γυναίκες στα hotspot της Μόριας στη Λέσβο και της ΒΙΑΛ στη Χίο έκαναν λόγο για παρόμοια προβλήματα και εξέφρασαν τις βαθύτατες ανησυχίες τους για την ασφάλεια των ίδιων και των παιδιών τους.

Μετά τη συμφωνία περί μετανάστευσης της 20ής Μαρτίου που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τουρκίας, οι ελληνικές αρχές θέτουν αυτομάτως υπό κράτηση όλους τους αιτούντες άσυλο και τους μετανάστες. Στις 2 Απριλίου, η ελληνική Βουλή ψήφισε εσπευσμένα νόμο που επιτρέπει τον καθολικό «περιορισμό της κυκλοφορίας» των νεοεισερχομένων σε κλειστές δομές στα συνοριακά σημεία εισόδου –όπως τα νησιά– για έως 25 ημέρες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υποδοχής και ταυτοποίησης. Η UNHCR και διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας ανέστειλαν πολλές από τις δραστηριότητές τους όταν τα κέντρα υποδοχής (hotspot) μετατράπηκαν σε κέντρα κράτησης, αν και η UNHCR συνεχίζει να παρακολουθεί την κατάσταση και να παρέχει περιορισμένες υπηρεσίες.

Τα hotspot, των οποίων η επίσημη ονομασία είναι «κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης», τελούν θεωρητικά υπό τη διαχείριση της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής του ελληνικού κράτους, που υπάγεται στο αρμόδιο για τη μεταναστευτική πολιτική υπουργείο. Δύο οργανισμοί της ΕΕ έχουν εντονότερη παρουσία: αφενός ο Frontex, ο οργανισμός εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, ο οποίος διεξάγει την αρχική καταγραφή, τις συνεντεύξεις για τον έλεγχο της ιθαγένειας και τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων σε συνεργασία με την ελληνική αστυνομία, και αφετέρου η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), η οποία διενεργεί συνεντεύξεις σχετικά με το παραδεκτό του αιτήματος ασύλου και διατυπώνει συστάσεις προς την ελληνική Υπηρεσία Ασύλου όσον αφορά το παραδεκτό του εκάστοτε αιτήματος για τη διαδικασία χορήγησης ασύλου. Η Υπηρεσία Ασύλου είναι επίσης παρούσα στις εγκαταστάσεις, αν και τα γραφεία της στο Βαθύ ήταν κλειστά τις ημέρες των επισκέψεων της Human Rights Watch. Η ελληνική αστυνομία είναι αρμόδια για την ασφάλεια στον καταυλισμό.

Οι αρχές της Ελλάδας και της ΕΕ πρέπει να λάβουν άμεσα μέτρα για να διασφαλίσουν την ασφάλεια και την προστασία των γυναικών και των παιδιών στα κέντρα υποδοχής (hotspot), καθώς και όλων των άλλων διαμενόντων, δήλωσε η Human Rights Watch. Θα πρέπει να παρασχεθούν ειδικοί χώροι για τον ύπνο, τις τουαλέτες και τις εγκαταστάσεις λουτρών για τις γυναίκες, τα παιδιά και τις οικογένειες, οι οποίοι να είναι χωριστοί από τους αντίστοιχους χώρους για τους ανύπανδρους άνδρες. Η Ελλάδα δεν πρέπει να θέτει ανθρώπους υπό κράτηση σε υπερπλήρεις εγκαταστάσεις με ανθυγιεινές συνθήκες.

Η καθολική κράτηση όλων των αιτούντων άσυλο και μεταναστών σε κλειστές δομές είναι αδικαιολόγητη –δεδομένου ότι υπάρχει δυνατότητα λιγότερο περιοριστικών επιλογών– και συνιστά αυθαίρετη κράτηση. Οι εγκαταστάσεις των κέντρων υποδοχής (hotspot) στα ελληνικά νησιά πρέπει να μετατραπούν σε ανοικτούς καταυλισμούς με κατάλληλες υπηρεσίες και μέτρα ασφαλείας, δήλωσε η Human Rights Watch.

Κανένα πρόσωπο που έχει αναφέρει την πρόθεσή του να ζητήσει άσυλο δεν πρέπει να κρατείται σε εγκαταστάσεις στα νησιά εάν δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η κράτηση είναι αναγκαία και εξυπηρετεί νόμιμο σκοπό ή λόγο, όπως π.χ. ότι το εν λόγω πρόσωπο παρουσιάζει συγκεκριμένη και εξατομικευμένη απειλή για την ασφάλεια.

Οι χώρες της ΕΕ πρέπει να επισπεύσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους στο πλαίσιο του προγράμματος προσωρινής μετεγκατάστασης. Πρέπει επειγόντως να δημιουργήσουν επαρκείς διαθέσιμες θέσεις και να διευκολύνουν τη μετεγκατάσταση των αιτούντων άσυλο των οποίων τα αιτήματα κρίθηκαν παραδεκτά από τα κέντρα υποδοχής (hotspot) των ελληνικών νησιών. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι ατομικές περιστάσεις, όπως οι οικογενειακοί δεσμοί.

«Όταν η Ελλάδα θέτει υπό κράτηση ανθρώπους σε συνθήκες υπερβολικού συνωστισμού, που είναι ακατάλληλες ακόμη και για ζώα, και δεν τους παρέχει ούτε τη βασική αστυνομική προστασία, δημιουργεί ένα κλίμα στο οποίο ευδοκιμεί η βία», δήλωσε ο κ. Frelick. «Παρότι η ΕΕ δεν είναι άμεσα υπεύθυνη για την ασφάλεια του καταυλισμού, ήταν αποτρόπαιο να παρακολουθεί κανείς το προσωπικό του Frontex να φεύγει βιαστικά από τον καταυλισμό στο Βαθύ καθώς κλιμακώνονταν οι εντάσεις στις 14 Μαΐου. Η ΕΕ και η Ελλάδα πρέπει να διορθώσουν πάραυτα την επονείδιστη αυτή κατάσταση, να θέσουν αμέσως τέρμα στην αυθαίρετη κράτηση και να διασφαλίσουν την ανθρώπινη μεταχείριση των ατόμων που τελούν υπό την επιτήρησή τους».

Έλλειψη αστυνομικής προστασίας
Η Human Rights Watch άκουσε επανειλημμένες μαρτυρίες από τους διαμένοντες σε καταυλισμούς και στις τρεις τοποθεσίες, σχετικά με τη συστηματική έλλειψη αστυνομικής προστασίας.

Ανάμεσα στις μαρτυρίες σχετικά με τη μεγάλης κλίμακας συμπλοκή που ξέσπασε στις 13 Μαΐου στο Βαθύ, μια 36χρονη γυναίκα από τη Συρία, η οποία ζει σε ένα από τα κοντέινερ-οικίσκους, δήλωσε:

Χθες αισθάνθηκα ότι έφυγα από έναν πόλεμο μόνο και μόνο για να έρθω εδώ σε έναν άλλο πόλεμο. Η συμπλοκή έγινε ακριβώς έξω από την πόρτα μου. Πηδούσαν στην οροφή του οικίσκου όπου μένω. Έσπασαν και τρύπησαν τους τοίχους. Φοβήθηκα πάρα πολύ. Ήταν μεθυσμένοι. Κάποιοι προσπάθησαν να μπουν από την πόρτα του οικίσκου μου, αλλά εμείς κρατούσαμε αντίσταση σπρώχνοντας την πόρτα. Δόξα τω Θεώ, δεν κατάφεραν να μπουν.

Μια 20χρονη γυναίκα από τη Συρία που ζει σε ένα μικρό αντίσκηνο στο Βαθύ δήλωσε:

Χθες έγινε μεγάλη συμπλοκή. Φοβηθήκαμε. Πήγαμε στην αστυνομία για να μας προστατεύσει. Όμως οι αστυνομικοί αποσύρθηκαν στο συγκρότημά τους για να προστατευθούν οι ίδιοι. Δεν μας άφηναν να μπούμε. Σπάσαμε την πόρτα για να μπούμε στο προαύλιο του χώρου της αστυνομίας. Τους χτυπήσαμε την πόρτα και τους ζητήσαμε να βοηθήσουν τους ανθρώπους που είχαν τραυματιστεί. Οι τραυματίες έμειναν πεσμένοι στο έδαφος για δύο ώρες μέχρι να τους πάρει η αστυνομία. Όποτε προκύπτει συμπλοκή, η αστυνομία μένει αμέτοχη. Συμπλοκές συμβαίνουν κάθε βράδυ. Αίματα και σπασμένα οστά.

Ένας 24χρονος Πακιστανός που δέχθηκε επίθεση κατά τη διάρκεια της συμπλοκής δήλωσε: «Συνέβη επειδή οι άνθρωποι είναι πάρα πολύ απογοητευμένοι. Βρίσκονται εδώ, σε αυτό το κέντρο, για δύο μήνες, τρεις μήνες... Καβγαδίζουν και για πολύ μικρά πράγματα». Ένας 18χρονος Πακιστανός που τραυματίστηκε δήλωσε: «Δεν αισθάνομαι ασφαλής εδώ. Ενώ κοιμόμουν, κάποιοι ήρθαν στον οικίσκο μου και με χτύπησαν με έναν σιδερένιο σωλήνα». Η Human Rights Watch είδε τα σπασμένα δόντια του και τα ράμματα που είχε στο κάτω χείλος.

Οι διαμένοντες στον καταυλισμό ανέφεραν ότι οι συμπλοκές αποτελούν καθημερινό φαινόμενο, ιδίως στις ουρές αναμονής για το φαγητό, χωρίς καμία παρέμβαση από την αστυνομία. Η 36χρονη γυναίκα από τη Συρία δήλωσε: «Όποτε συμβαίνει κάτι, οι αστυνομικοί απλώς φεύγουν και παραμένουν στον δικό τους οικίσκο και κλειδώνουν την πόρτα. Εάν ξεσπάσει συμπλοκή στην ουρά αναμονής για το φαγητό, κλείνουν τη διανομή τροφίμων απλώς και μόνο για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους. Το χειρότερο είναι ότι γελάνε μαζί μας».

Συμπλοκές μεγάλης κλίμακας –σε συνδυασμό με την αποχώρηση των αστυνομικών κατά τη διάρκεια των συμπλοκών– συμβαίνουν και στις άλλες τοποθεσίες όπου πραγματοποίησε επισκέψεις η Human Rights Watch.

Αρκετοί Σύροι στο κέντρο υποδοχής (hotspot) της ΒΙΑΛ στη Χίο, το οποίο έχει κατασκευαστεί γύρω από ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο αλουμινίου, περιέγραψαν μια μεγάλη επίθεση από Αφγανούς που διήρκεσε περίπου δύο ώρες στις 7 ή 8 Μαΐου, λίγες ημέρες πριν από την επίσκεψη της Human Rights Watch. Οι άνθρωποι έδειξαν στην ομάδα ερευνητών τις τρύπες στους εσωτερικούς τοίχους του εργοστασίου όπου, όπως ανέφεραν, οι επιτιθέμενοι είχαν πετάξει πέτρες. Ένας 27χρονος άνδρας από τη Συρία, ο οποίος διαμένει εκεί μαζί με την 20χρονη σύζυγό του και την 60χρονη μητέρα του, δήλωσε: «Πριν από λίγες ημέρες, μας επιτέθηκαν οι Αφγανοί. Μας πέταξαν πέτρες και μας έκλεψαν το στρώμα. Τώρα πλέον έχουμε μόνο κουβέρτες. Όταν ζητήσαμε βοήθεια από την αστυνομία, απλά εξαφανίστηκαν. Οι αστυνομικοί μας είπαν “Δεν είναι δική μας δουλειά το τι κάνετε μεταξύ σας εσείς οι πρόσφυγες”».

Ένας 20χρονος άνδρας από τη Συρία δήλωσε: «Οι Αφγανοί ήρθαν και μας επιτέθηκαν. Μας επιτέθηκαν και από τις δύο πλευρές, πετώντας πέτρες. Δύο άτομα μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Πριν από τρεις ημέρες, ένας Αφγανός χτύπησε μια γυναίκα από τη Συρία εδώ».

Ένας 29χρονος άνδρας από τη Συρία στη ΒΙΑΛ δήλωσε:

Συνέβη πριν από τρεις ημέρες, κατά τη διάρκεια της νύχτας. [Ανέβασε το μπατζάκι του παντελονιού του και έδειξε ένα κόψιμο στο πόδι του.] Το θέμα ξεκίνησε με δύο μεθυσμένους Αφγανούς που μπήκαν σε αυτό το κτίριο και φώναζαν, και εμείς τους είπαμε να φύγουν, αλλά αυτοί αρνήθηκαν, και μετά ήρθαν κι άλλοι Αφγανοί και από τις δύο πλευρές και μας επιτέθηκαν. Οι δύο αστυνομικοί που είναι εδώ έφυγαν τρέχοντας. Βγήκαν από το κτίριο μόλις ξεκίνησε η συμπλοκή. Πήγαμε να φωνάξουμε τους αστυνομικούς, αλλά είχαν φύγει από το κτίριο. Έπειτα από μισή ώρα περίπου, ήρθε ένα αστυνομικό λεωφορείο, αλλά οι αστυνομικοί έμειναν έξω από τον καταυλισμό, έξω από την κεντρική πύλη· δεν πλησίασαν καν το λεωφορείο στο κτίριο όπου εμείς δεχόμασταν επίθεση. Συγκεντρώσαμε τις γυναίκες και τα παιδιά σε έναν από τους οικίσκους που χρησιμοποιούνται ως γραφεία για να προφυλαχθούν. Δεν αισθανόμαστε ασφαλείς εδώ.

Όλοι οι Σύροι με τους οποίους πραγματοποίησε συνέντευξη η Human Rights Watch, και οι οποίοι διαμένουν στο δάπεδο του κτιρίου του εργοστασίου της ΒΙΑΛ που έχει μετατραπεί σε χώρο διαμονής, ανέφεραν ότι επιθυμούν να βρίσκονται κοντά στα διοικητικά γραφεία του καταυλισμού για την ασφάλειά τους. Οι Αφγανοί διαμένουν σε κοντέινερ-οικίσκους γύρω από το κτίριο του εργοστασίου.

Ομοίως, όλες οι οικογένειες και οι γυναίκες από το Αφγανιστάν που παραχώρησαν συνέντευξη στη Human Rights Watch στη ΒΙΑΛ εξέφρασαν τον ίδιο φόβο για τις συμπλοκές μεταξύ ανύπανδρων Αφγανών, καθώς και μεταξύ Αφγανών και Σύρων.

Μια 27χρονη Αφγανή που ζει στη ΒΙΑΛ με τον σύζυγό της και τα δύο παιδιά τους, ηλικίας 7 και 4 ετών, δήλωσε:

Να σας πω την αλήθεια, με τον πόλεμο που γίνεται μεταξύ Αφγανών και Σύρων [στον καταυλισμό] δεν αισθάνομαι καθόλου ασφαλής. Από τη στιγμή που φτάσαμε εδώ, δεν έχω κοιμηθεί καλά ούτε ένα βράδυ. Κυρίως ανησυχώ για τα παιδιά μου. Αυτοί [οι άνδρες] καβγαδίζουν, ρίχνουν πέτρες, σπάνε τα παράθυρα και τα γυαλιά πέφτουν κάτω, και μπορεί τα παιδιά να τραυματιστούν. Όταν ήμαστε στο Αφγανιστάν, μετά τις απειλές που δεχόταν ο σύζυγός μου, πάντοτε τον εκλιπαρούσα να φύγουμε. Τώρα όμως που ήρθαμε εδώ, ανησυχώ πραγματικά για την ασφάλειά μας.

Μια 35χρονη Αφγανή που διαμένει στη ΒΙΑΛ μαζί με τις τρεις κόρες της –ηλικίας 14, 12 και 10 ετών– καθώς και τον 8χρονο γιο της και τον 9χρονο ανιψιό της, περιέγραψε ανάλογους φόβους: «Συνέχεια γίνονται καβγάδες. Στις συμπλοκές τραυματίζονται ακόμη και γυναίκες, και δεν έχουμε άνδρες να μας προστατεύσουν και φοβόμαστε. Σε μία περίπτωση, ήμαστε μέσα στο κεντρικό κτίριο, αλλά απέξω πετούσαν τόσες πολλές πέτρες που μπορούσαν να σκοτώσουν άνθρωπο. Η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή». Η 14χρονη κόρη της δήλωσε: «Αυτό εδώ το μέρος δεν είναι κατάλληλο για γυναίκες και παιδιά. Δεν είμαστε ασφαλείς εδώ. Κάθε βράδυ οι άνδρες πίνουν και καβγαδίζουν και προσπαθούν να μπουν στο δωμάτιό μας».

Στο κέντρο υποδοχής (hotspot) στη Μόρια της Λέσβου, ένας 36χρονος Αφγανός δήλωσε: «Η αναμονή στις ουρές για τη διανομή τροφίμων είναι πολύ μεγάλη. Προκύπτουν συνεχώς συμπλοκές. Ξεσπούν καβγάδες μεταξύ των Αφγανών και των Πακιστανών και των Σύρων για τις θέσεις στη σειρά αναμονής για το φαγητό. Επειδή η αστυνομία δεν βοηθάει, αναγκαστήκαμε να μαζευτούμε και να προσπαθήσουμε να οργανώσουμε τις σειρές από μόνοι μας». Ένας 22χρονος Αφγανός στη Μόρια δήλωσε: «Περνάω πέντε ή έξι ώρες περιμένοντας στη σειρά για φαγητό. Ξεσπούν καβγάδες μεταξύ διαφορετικών εθνικοτήτων. Οι αστυνομικοί είναι λίγοι αριθμητικά. Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Υπάρχουν 40-50 άτομα που καβγαδίζουν και μόνο τέσσερις ή πέντε φρουροί».

Ένας 27χρονος Παλαιστίνιος από τη Συρία δήλωσε: «Εδώ οι αστυνομικοί δεν μας προστατεύουν, ακόμη και όταν κάποιοι μας ρίχνουν πέτρες. Περιμένουμε πάρα πολλή ώρα στην ουρά για φαγητό. Δεν υπάρχει καθόλου ασφάλεια. Σε μια φυλακή θα υπήρχε καλύτερη οργάνωση από ό,τι εδώ πέρα». Ένας 26χρονος Αφγανός στη Μόρια δήλωσε: «Κάποιοι καβγαδίζουν και οι αστυνομικοί απλά παρακολουθούν σαν να είναι σκυλοκαβγάς. Μέχρι που χτυπάνε και παλαμάκια, λες και είναι θέαμα γι’ αυτούς». Η σύζυγός του δήλωσε: «Δεν υπάρχει ασφάλεια στον καταυλισμό. Δεν αισθανόμαστε ασφαλείς εδώ. Δεν μπορώ να αφήσω τα έγγραφά μου στη σκηνή, τα κρατάω πάντοτε επάνω μου. Τη νύχτα, οι άνδρες μεθούν και κακοποιούν ανθρώπους. Οι αστυνομικοί δεν είναι εδώ».

Γυναίκες και παιδιά σε κίνδυνο
Στις 31 Μαρτίου, το αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας εξέδωσε διαταγή προς όλες τις αστυνομικές υπηρεσίες που εργάζονται σε τοποθεσίες με πρόσφυγες και μετανάστες, βάσει της οποίας απαιτείται ο διαχωρισμός των γυναικών και των παιδιών από τους άνδρες στις κλειστές δομές. Σύμφωνα με την οδηγία, οι αστυνομικοί που υπηρετούν σε κέντρα προσφύγων και μεταναστών διατάσσονται «να αποτρέπουν περιστατικά βίας και κακοποίησης» σε βάρος γυναικών και παιδιών.

Ωστόσο, σε κανένα από τα τρία κέντρα υποδοχής (hotspot) που επισκέφθηκε η Human Rights Watch στα μέσα Μαΐου δεν γίνεται διαχωρισμός μεταξύ των χώρων διαμονής των ανύπανδρων ανδρών και των ανύπανδρων γυναικών ή των οικογενειών. Στη ΒΙΑΛ και στο Βαθύ δεν υπάρχουν χωριστά τμήματα για τις ανύπανδρες γυναίκες, τις οικογένειες ή τις γυναίκες με παιδιά, ενώ μάλιστα στη ΒΙΑΛ δεν υπάρχει χωριστός χώρος για τα ασυνόδευτα παιδιά. Στη Μόρια και στο Βαθύ, ορισμένα ασυνόδευτα παιδιά ήταν σε χωριστά τμήματα, αλλά στη Μόρια ο συγκεκριμένος χώρος έμοιαζε με φυλακή. Ακόμη και στους καταυλισμούς που διαθέτουν διαφορετικούς χώρους για τα ασυνόδευτα παιδιά, η Human Rights Watch διαπίστωσε ότι ορισμένα ασυνόδευτα παιδιά διαμένουν στον ίδιο χώρο με τους ενηλίκους. Στη Μόρια, υπήρχε επίσης μια μικρή πτέρυγα για τις οικογένειες, αλλά πολλές οικογένειες διέμεναν μαζί με τον γενικό πληθυσμό.

Στη Μόρια, μια 45χρονη ανύπανδρη γυναίκα από το Καμερούν τοποθετήθηκε σε κοντέινερ-οικίσκο μαζί με άλλα 11 άτομα, συμπεριλαμβανομένων ανδρών από το Πακιστάν. «Δεν μπορώ να αλλάξω ρούχα μπροστά στους Πακιστανούς άνδρες», δήλωσε. «Για να ντυθώ, πρέπει να πάω στην υπαίθρια τουαλέτα, όπου είναι πολύ βρόμικα».

Οι γυναίκες ανέφεραν επίσης ότι υφίστανται συστηματικά σεξουαλική παρενόχληση, ιδίως κατά τη μετάβαση από και προς τα μπάνια του καταυλισμού. Στη Μόρια, η Human Rights Watch είδε μεγάλο αριθμό ανδρών να περιφέρονται κοντά στην υπαίθρια τουαλέτα των γυναικών. Μια 23χρονη γυναίκα από τη Συρία, η οποία είναι μόνη της με τα τρία μικρά παιδιά της, δήλωσε ότι δεν πηγαίνει στην τουαλέτα κατά τη διάρκεια της νύχτας διότι γύρω από την υπαίθρια τουαλέτα των γυναικών περιφέρονται μεθυσμένοι άνδρες και έχει συμβεί να της πιάσουν το χέρι και να την αγγίξουν στον ώμο με τρόπο που την έκανε να αισθανθεί άβολα. Ανύπανδρες γυναίκες στη ΒΙΑΛ δήλωσαν ότι, προκειμένου να προστατευθούν, αναγκάστηκαν να ζητήσουν από άνδρες της ίδιας εθνικότητας με τους οποίους δεν έχουν καμία συγγένεια να τις συνοδεύουν και να τις προφυλάσσουν όταν πηγαίνουν στο μπάνιο. Μια 36χρονη γυναίκα από τη Συρία με δύο μικρά παιδιά στο Βαθύ της Σάμου δήλωσε: «Θα ήθελα να μας συνοδεύει ένας άνδρας μέχρι το μπάνιο, αλλά δεν υπάρχει κανείς. Η μεγαλύτερη ανησυχία μου είναι η μεγάλη απόσταση μέχρι το μπάνιο και ο φόβος για την ασφάλειά μου».

Οι γυναίκες στη ΒΙΑΛ έκαναν επίσης λόγο για έλλειψη ιδιωτικότητας στα ντους των γυναικών. Μια 27χρονη Αφγανή, η οποία είναι χήρα με τρία παιδιά, δήλωσε: «Η κατάσταση στα γυναικεία ντους είναι πάρα πολύ άσχημη. Τα ντους δεν έχουν κουρτίνες, αλλά δεν έχεις άλλη επιλογή. Αν είναι και άλλες γυναίκες μαζί μου, αισθάνομαι άνετα». Μια άλλη 27χρονη Αφγανή δήλωσε: «Η κατάσταση στα ντους είναι πάρα πολύ άσχημη. Να φανταστείτε, δεν υπάρχουν κουρτίνες. Και είναι πολύ, πάρα πολύ βρόμικα». Μια 17χρονη Αφγανή που μένει μαζί με την αδελφή της και τη μητέρα της δήλωσε: «Δεν έχουμε ζεστό νερό στο ντους, ούτε έχουμε έναν ασφαλή χώρο να κάνουμε μπάνιο και να πλύνουμε τα ρούχα μας».

«Πιστεύω ότι θα ήταν καλό να έχουμε έναν χωριστό χώρο για τις γυναίκες», δήλωσε η Αφγανή γυναίκα που είναι χήρα με τρία παιδιά. «Είμαι μόνη και είμαι Παστούν, και εδώ αποτελούμε μειονότητα. Φοβάμαι κυρίως εάν συμβεί κάτι πολύ κακό στην 9χρονη κόρη μου, δεν θα έχω πουθενά να στραφώ και να το αναφέρω».

Γυναίκες και κορίτσια δήλωσαν ότι αισθάνονται ιδιαίτερα εκτεθειμένες στην απειλή της σεξουαλικής βίας κατά τη διάρκεια των επεισοδίων συμπλοκών. Στη ΒΙΑΛ, μια 23χρονη ανύπανδρη Αφγανή δήλωσε: «Χθες έγινε συμπλοκή μεταξύ σουννιτών και σιιτών Αφγανών. Ένας Αφγανός ήρθε και με απείλησε και είπε: “Θα ξανάρθω τη νύχτα και θα σε βιάσω”. Δεν αισθάνομαι ασφαλής εδώ. Αυτοί [οι αστυνομικοί] δεν έχουν λάβει κανένα μέτρο για να μας προστατεύσουν. Μια άλλη φορά, αυτοί [οι άνδρες που καβγάδιζαν] με χτύπησαν στο κεφάλι και πήγα να το αναφέρω [στην αστυνομία] και κανείς δεν μου έδινε σημασία».

Μια 17χρονη Αφγανή που διαμένει στη ΒΙΑΛ μαζί με τη μητέρα της και την 16χρονη αδελφή της δήλωσε: «Πριν από μερικές ημέρες, ένας μεθυσμένος Αφγανός ήρθε εδώ και άρχισε να παρενοχλεί γυναίκες. Συνέχεια ξεσπούν συμπλοκές εδώ, έρχονται, σπάνε τα παράθυρα και τα γυαλιά, και φοβάμαι διαρκώς ότι θα μπουν μέσα και κάτι θα κάνουν. Οι αστυνομικοί βλέπουν και δεν κάνουν τίποτα. Πήγα στην αστυνομία να διαμαρτυρηθώ και μου είπαν σαφώς ότι, εφόσον είναι μεταξύ σας, εμείς δεν παρεμβαίνουμε. Μας λένε ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα».

Η μητέρα του 17χρονου κοριτσιού δήλωσε ότι μετέφερε την οικογένειά της σε ένα κοντέινερ-οικίσκο με πέντε Αφγανούς με τους οποίους δεν έχουν καμία συγγένεια, με την ελπίδα να βρει προστασία για την ίδια και τις κόρες της. Η Human Rights Watch διαπίστωσε ότι οι υπόλοιποι ήταν τρία 16χρονα ασυνόδευτα αγόρια, καθώς και δύο ακόμη ασυνόδευτα αγόρια που είναι αδέλφια, ηλικίας 17 και 13 ετών. «Φοβήθηκα πραγματικά με τις συμπλοκές μεταξύ Αφγανών και Σύρων», δήλωσε η γυναίκα. «Ιδίως επειδή έχω δύο μικρές κόρες και φοβήθηκα μήπως τις βιάσουν». Η κόρη της δήλωσε: «Δεν αισθάνομαι άνετα με τόσους πολλούς άνδρες [αγόρια] στο δωμάτιο, αλλά είμαι αναγκασμένη να δεχτώ την κατάσταση. Αυτή τη στιγμή, κανείς δεν ελέγχει τον καταυλισμό, γίνονται συμπλοκές, κάποιοι μεθούν και εισβάλλουν στους οικίσκους. Γι’ αυτό αποφασίσαμε να ζούμε μαζί [με τα αγόρια]».

Η Human Rights Watch πραγματοποίησε συνέντευξη με ένα ζευγάρι από το Χαλέπι της Συρίας στο αυτοσχέδιο κατάλυμά τους που είναι φτιαγμένο από κουβέρτες και κομμάτια υλικών περίφραξης στο δάπεδο του εργοστασίου της ΒΙΑΛ. Έχουν τέσσερα παιδιά, όλα κορίτσια. Η σύζυγος, κλαίγοντας, είπε: «Αυτή είναι η μεγαλύτερη δυσκολία που έχω αντιμετωπίσει». Ο σύζυγός της δήλωσε: «Τα παιδιά μου φοβούνται καθημερινά. Δεν υπάρχει ασφαλής χώρος για τα παιδιά. Καλύτερη προστασία θα είχαμε στη Συρία. Όταν ξεσπάει καβγάς μεταξύ Αφγανών, κανείς δεν κάνει τίποτα. Οι τρύπες στον τοίχο εδώ [έδειξε τις τρύπες] είναι από τότε που μας επιτέθηκαν οι Αφγανοί. Συνέβη νύχτα, ενώ κοιμόμασταν, και ήταν τρομακτικό. Δεν μπορούμε να κοιμηθούμε τη νύχτα. Η σύζυγός μου κοιμάται με ένα μαχαίρι, από φόβο για τους Αφγανούς. Για να πάνε οι γυναίκες στο μπάνιο, πρέπει να συνοδεύονται και να φυλάσσονται από άνδρες, ιδίως τη νύχτα. Ένα αγόρι από το Αφγανιστάν είπε στη 14χρονη κόρη μου ότι θα την απαγάγει».

Τα παιδιά στα κέντρα υποδοχής (hotspot) είναι επίσης εκτεθειμένα στη βία και στην κακοποίηση. «Μερικές ημέρες δεν παίρνουμε φαγητό», δήλωσε ένα 16χρονο ασυνόδευτο αγόρι από το Αφγανιστάν στο κέντρο υποδοχής της Μόριας. «Υπάρχει μεγάλη αναμονή στην ουρά για το φαγητό και συχνά προκύπτουν συμπλοκές. Οι αστυνομικοί απλώς παρακολουθούν όταν ξεσπούν οι καβγάδες». Αυτό το 16χρονο αγόρι, που μικροδείχνει, χωρίστηκε από τον 17χρονο αδελφό του που είχε τοποθετηθεί στο τμήμα υψηλής ασφαλείας για τα ασυνόδευτα αγόρια στη Μόρια. «Έχω ταυτότητα που αναγράφει την ηλικία μου, αλλά ο γιατρός εδώ είπε ότι δεν είμαι ανήλικος».

Ένα 17χρονο ασυνόδευτο αγόρι που διαμένει στον ίδιο χώρο με τον γενικό πληθυσμό στον καταυλισμό της Μόριας μαζί με τον 16χρονο αδελφό του μας είπε: «Όταν ήρθαμε εδώ, δεν είχαμε τρόφιμα να φάμε. Δεν μπορούσαμε να πάρουμε φαγητό για μέρες, λόγω των συμπλοκών στις ουρές. Πριν από τρεις ημέρες, ξέσπασε καβγάς στη σειρά αναμονής, και ο αδελφός μου που περίμενε στην ουρά τραυματίστηκε. Ο καβγάς ξεκίνησε μεταξύ Πακιστανών, προσπάθησα να απομακρύνω τον αδελφό μου από την ουρά [επειδή είχε τραυματιστεί] και κάποιοι έπεσαν επάνω μας και τραυματίστηκα και εγώ». Η Human Rights Watch είδε τις πληγές στο πόδι και στο χέρι του.

Δεν υπάρχει ασφαλής χώρος για παιχνίδι ειδικά για τα παιδιά στα κέντρα υποδοχής (hotspot) στο Βαθύ ούτε στη ΒΙΑΛ, αλλά στη Μόρια υπάρχει ένας χώρος παιχνιδιού που δημιουργήθηκε από μια μη κυβερνητική οργάνωση.

Υπερβολικός συνωστισμός και έλλειψη στοιχειωδών συνθηκών στέγασης
Και τα τρία hotspot ήταν υπερπλήρη, ενώ και στα τρία πολλοί άνθρωποι κοιμόντουσαν στο έδαφος σε μικρά αντίσκηνα ή αυτοσχέδια καταλύματα φτιαγμένα από κουβέρτες, πλαστικά φύλλα και υπολείμματα υλικών περίφραξης, χαρτόνια και άλλα δομικά υλικά. Σύμφωνα με έναν από τους διοικητές του καταυλισμού στη Μόρια, τον Σπύρο Κούρτη, κατά την ημερομηνία της επίσκεψης της Human Rights Watch στις 9 Μαΐου στον καταυλισμό διέμεναν περίπου 4.000 άτομα. Ανέφερε δε ότι το κέντρο έχει χωρητικότητα 700 κλινών.

Η Δάφνη Σπυροπούλου, υπεύθυνη διαχείρισης του καταυλισμού στη ΒΙΑΛ, δήλωσε στις 11 Μαΐου ότι διέμεναν περίπου 1.400 άτομα στον καταυλισμό, του οποίου η χωρητικότητα, όπως ανέφερε, είναι 1.150 θέσεις. Η κ. Σπυροπούλου έκανε λόγο για περίπου 200 άτομα που διαμένουν στο δάπεδο του κτιρίου του παλαιού εργοστασίου στο κέντρο του καταυλισμού και όχι στα κοντέινερ-οικίσκους που έχουν εγκατασταθεί γύρω από αυτό. Η Human Rights Watch είδε τουλάχιστον τόσους ανθρώπους να διαβιούν σε ακραία υποτυπώδεις συνθήκες και σε αυτοσχέδια καταλύματα στο κτίριο του εργοστασίου, ουσιαστικά κρεμώντας μερικές κουβέρτες για να οριοθετήσουν τον χώρο τους και να εξασφαλίσουν στοιχειώδη ιδιωτικότητα.

Όταν η Human Rights Watch επισκέφθηκε το Βαθύ στις 14 Μαΐου, δεν υπήρχε υπεύθυνος διαχείρισης του καταυλισμού, ωστόσο υπάλληλος της UNHCR εκεί δήλωσε ότι ο πληθυσμός του καταυλισμού την ημέρα εκείνη ήταν κατ’ εκτίμηση 945 άτομα με χωρητικότητα 250 κλινών στις περιοχές του καταυλισμού που είναι ανοιχτές για διαμένοντες. Αργότερα την ίδια ημέρα, από φόβο μήπως ξεσπάσει και άλλη σοβαρή συμπλοκή, οι διαμένοντες στον καταυλισμό έσπασαν την περίφραξη για να περάσουν σε έναν νέο κλειστό χώρο που δεν είχε ακόμη καταστεί διαθέσιμος, και άρχισαν να καταλαμβάνουν τη συγκεκριμένη περιοχή του καταυλισμού, δημιουργώντας ουσιαστικά επιπλέον χωρητικότητα 357 θέσεων, αλλά με εντελώς ανοργάνωτο τρόπο και, για ακόμη μία φορά, χωρίς πρόβλεψη διαχωρισμού των οικογενειών και των γυναικών από τους ανύπανδρους άνδρες.

Ένας 40χρονος Αφγανός στη Μόρια δήλωσε: «Είμαι ένα από τα 37 άτομα που διαμένουν σε ένα μικρό δωμάτιο. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Είμαι εδώ 50 ημέρες. Δεν υπάρχει ασφάλεια στον καταυλισμό». Οι αρχές δεν ενημερώνουν τους ανθρώπους πού πρέπει να μείνουν, αφήνοντάς τους να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους μόνοι τους, ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεν παρέχουν κανενός είδους χώρο στέγασης. Ένα 16χρονο ασυνόδευτο αγόρι από το Αφγανιστάν που διαμένει μαζί με τον γενικό πληθυσμό στη Μόρια δήλωσε: «Είμαι εδώ δύο μήνες. Κοιμάμαι σε ένα μικρό αντίσκηνο μαζί με έξι άτομα. Το αγοράσαμε από κάποιον που πουλούσε αντίσκηνα».

Ένα ζευγάρι Σύρων που ζουν στο δάπεδο του κτιρίου του εργοστασίου της ΒΙΑΛ με τα τέσσερα παιδιά τους δήλωσαν: «Κανείς δεν μας έδειξε πού να μείνουμε. Απλώς μας έδωσαν κουβέρτες και βρήκαμε ένα σημείο στο δάπεδο. Φτιάξαμε αυτή τη σκηνή με κουβέρτες, κομμάτια υλικών περίφραξης και χαρτόνι. Μας είπαν να περιμένουμε, ότι θα αργήσουν να αδειάσουν τα κοντέινερ. Κάνει πολύ κρύο τη νύχτα για εμάς τους έξι που κοιμόμαστε σε αυτόν τον χώρο».

Ανθυγιεινές συνθήκες, έλλειψη νερού, χαλασμένα τρόφιμα, ανεπαρκής υγειονομική περίθαλψη
Όλοι όσοι παραχώρησαν συνέντευξη δήλωσαν ότι το φαγητό είναι κακής ποιότητας και ότι δεν επαρκεί. Μια 36χρονη γυναίκα από τη Συρία με δύο μικρά παιδιά στο Βαθύ δήλωσε: «Πρέπει να περιμένουμε πολλή ώρα στην ουρά για φαγητό, και το φαγητό είναι πολύ κακής ποιότητας, δεν είναι κατάλληλο για τα παιδιά, δεν υπάρχει γάλα».

Στη Χίο, η Human Rights Watch άνοιξε ένα πακέτο τυρί που είχε μόλις διανεμηθεί και διαπίστωσε ότι είχε έντονη μυρωδιά χαλασμένου τροφίμου.

Μια γυναίκα από τη Συρία στη Μόρια δήλωσε: «Το μόνο που δικαιούμαστε εδώ είναι ληγμένος χυμός πορτοκαλιού και σάπιες πατάτες».

Μια γυναίκα από το Καμερούν στη Μόρια δήλωσε ότι πάσχει από διαβήτη, και η κακή ποιότητα του φαγητού αποτελεί πρόβλημα για εκείνη: «Έχω τεράστιο πρόβλημα με την ποιότητα του φαγητού. Αναγκάζομαι να τρώω ό,τι δίνουν και είναι κακό για την υγεία μου».

Οι διαμένοντες σε όλες τις τοποθεσίες έκαναν λόγο για έλλειψη σαπουνιών, σαμπουάν και απορρυπαντικών. Ορισμένοι ανέφεραν ότι τους δόθηκε μία πλάκα σαπουνιού και ένα μπουκάλι σαμπουάν κατά την άφιξή τους, αλλά έκτοτε τίποτε άλλο. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στη ΒΙΑΛ, υπήρχε διακοπή νερού. Στη ΒΙΑΛ δεν υπάρχει ζεστό νερό. Μια 20χρονη γυναίκα από τη Συρία δήλωσε: «Υπάρχουν μόνο τρεις τουαλέτες γυναικών, όχι τρεις χώροι μπάνιου, αλλά τρεις τουαλέτες. Πρέπει να περιμένουμε δύο ώρες στην ουρά για να χρησιμοποιήσουμε το μπάνιο. Δεν μας δίνουν σαπούνι. Δεν υπάρχει συσκευή σαπουνιού στο μπάνιο. Το νερό, όταν έχει, είναι παγωμένο». Επίσης, στη ΒΙΑΛ η αποχέτευση από την υπαίθρια τουαλέτα των ανδρών καταλήγει στον χώρο όπου διαμένουν. Μέλος της ερευνητικής ομάδας της Human Rights Watch αντιλήφθηκε την οσμή που προερχόταν από τις ανδρικές τουαλέτες, ενώ και αρκετές γυναίκες ανέφεραν ότι η δυσοσμία είναι συχνά αφόρητη.

Ένας 27χρονος Παλαιστίνιος από τη Συρία στη Μόρια δήλωσε: «Οι τουαλέτες είναι πάντοτε βρόμικες και πλημμυρισμένες. Δεν τις καθαρίζουν ποτέ».

Η Human Rights Watch είδε βρόμικες και ανθυγιεινές ανδρικές τουαλέτες στο hotspot στο Βαθύ, όπου υπήρχαν περιττώματα ολόγυρα.

Σε όλες τις τοποθεσίες, οι άνθρωποι ανέφεραν επίσης ότι η υγειονομική περίθαλψη είναι ανεπαρκής. Υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης στα hotspot παρέχονται κυρίως από μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως μεταξύ άλλων οι Γιατροί του Κόσμου (Médecins du Monde), η Praksis, ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, η Ιατρική Παρέμβαση και η Boat Rescue, καθώς και από τον ελληνικό στρατό. Άλλες ομάδες, όπως οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα (Médecins sans Frontières), αποχώρησαν από τα hotspot όταν αυτά μετατράπηκαν σε κλειστές δομές που προσομοιάζουν με φυλακές, στις 20 Μαρτίου.

Στη Μόρια, ένας 23χρονος Αφγανός δήλωσε: «Οι συνθήκες εδώ είναι πολύ άσχημες. Κοιμάμαι κάτω στο έδαφος, σε αντίσκηνο. Ήμουν άρρωστος και είχα σοβαρό δερματολογικό πρόβλημα. Ο γιατρός εδώ μου έδωσε ένα χάπι για τον πόνο». Ένας 29χρονος Αφγανός στη Μόρια, ο οποίος είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, δήλωσε: «Η υγεία μου έχει χειροτερέψει από τότε που βρίσκομαι εδώ. Δεν αισθάνομαι πλέον το πόδι μου. Μου έκλεισαν ραντεβού στο νοσοκομείο για μαγνητική τομογραφία σε δύο μήνες από τώρα. Κανείς δεν νοιάζεται τι θα πάθει το σώμα μου στη διάρκεια αυτών των δύο μηνών».

Στη ΒΙΑΛ, ένας 50χρονος άνδρας από τη Συρία δήλωσε στις 11 Μαΐου: «Είμαι πολύ άρρωστος. Έχω υψηλή πίεση και, όταν αγχώνομαι, επιδεινώνεται πολύ. Χρειάζομαι φάρμακα. Πήρα παραπεμπτικό από τον Ερυθρό Σταυρό για το νοσοκομείο της Χίου για τις 30 Μαΐου. Δεν έχω τρόπο να πάω εκεί. Ρώτησα τους αστυνομικούς και είπαν: “Απλά βρες τρόπο”. Ποτέ δεν μας βοηθούν. Ρώτησα τον ΟΗΕ. Είπαν ότι δεν μπορούν να βοηθήσουν».

Η Human Rights Watch πραγματοποίησε συνέντευξη με ένα ζευγάρι Αφγανών που διαμένουν στη ΒΙΑΛ μαζί με την 23χρονη κόρη τους. Η μητέρα, 56 ετών, ανέφερε ότι ο σύζυγός της είναι άλαλος και έχει σοβαρά προβλήματα υγείας. Έδειξε ένα επίσημο έγγραφο από το νοσοκομείο της Χίου, το οποίο είχε εκδοθεί στις 18 Απριλίου και ανέφερε ότι ο σύζυγός της «πάσχει από σοβαρού βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια και χρειάζεται τις βέλτιστες δυνατές συνθήκες διαβίωσης». Στις 11 Μαΐου, η Human Rights Watch διαπίστωσε ότι το ζευγάρι εξακολουθεί να ζει σε ανεπαρκείς συνθήκες.

Στο Βαθύ, ο 18χρονος Πακιστανός ο οποίος τραυματίστηκε στη συμπλοκή της 13ης Μαΐου και είχε σπασμένα δόντια και ράμματα στο κάτω χείλος του, δήλωσε ότι δεν του χορηγήθηκαν παυσίπονα κατά την αντιμετώπιση των τραυμάτων του στο νοσοκομείο.

Αυθαίρετη, αυτόματη κράτηση
Από τις 20 Μαρτίου, οπότε τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία περί μετανάστευσης μεταξύ ΕΕ-Τουρκίας, όλοι οι μετανάστες και αιτούντες άσυλο που καταφθάνουν διά θαλάσσης από την Τουρκία κρατούνται σε κλειστές δομές στα ελληνικά νησιά. Στις 2 Απριλίου, η ελληνική Βουλή ψήφισε εσπευσμένα νόμο που επιτρέπει τον καθολικό «περιορισμό της κυκλοφορίας» των νεοεισερχομένων σε κλειστές δομές στα συνοριακά σημεία εισόδου –όπως τα νησιά– για έως 25 ημέρες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υποδοχής και ταυτοποίησης. Τα πρόσωπα που υπόκεινται σε διαδικασία απέλασης μπορούν να παραμείνουν υπό κράτηση για διάστημα έως 18 μηνών, ενώ οι αιτούντες άσυλο μπορούν να παραμείνουν υπό κράτηση για διάστημα έως τριών μηνών εν αναμονή της διεκπεραίωσης των αιτημάτων τους.

Η Human Rights Watch διαπίστωσε ότι τα κέντρα στη Μόρια και στο Βαθύ είναι αυστηρώς κλειστά. Οι αρχές επιτρέπουν στους αιτούντες άσυλο την είσοδο και την έξοδο μόνον εάν έχουν παραμείνει υπό κράτηση για περισσότερες από 25 ημέρες. Η αστυνομία δεν είχε εκδώσει τα απαραίτητα έγγραφα ώστε να επιτρέπεται η είσοδος και η έξοδος σε ορισμένους ανθρώπους που είχαν παραμείνει υπό κράτηση για περισσότερες από 25 ημέρες σε οποιαδήποτε από τις εν λόγω τοποθεσίες. Η αστυνομία στη ΒΙΑΛ επιτρέπει την είσοδο και έξοδο σε όλους, σε μια –όπως φαίνεται– επί τούτου και άτυπη απόφαση για να μειώσει τις εντάσεις. Στη συντριπτική πλειονότητα των αιτούντων άσυλο δεν επιτρέπεται να φύγουν από τα νησιά.

Ένας 28χρονος Ιρακινός στη ΒΙΑΛ, ο οποίος διένυε την ένατη ημέρα απεργίας πείνας έξω από το γραφείο της ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου δήλωσε στη Human Rights Watch ότι βρισκόταν στη ΒΙΑΛ για περίπου 60 ημέρες. Ανέφερε ότι, αν και πλέον έχει ελευθερία εισόδου και εξόδου, τις πρώτες 37 ημέρες στον καταυλισμό τις πέρασε έγκλειστος. Ο ίδιος και αρκετοί άλλοι έκαναν απεργία πείνας με λήψη μόνον υγρών με αίτημα τη διενέργεια συνεντεύξεων με τις αρχές για τη διαδικασία χορήγησης ασύλου.

Ένας 26χρονος Αφγανός στη Μόρια δήλωσε: «Είμαι εδώ 40 ημέρες. Πριν από λίγες ημέρες, οι Σύροι πρόσφυγες εδώ έκαναν διαδήλωση με αίτημα να τους δοθεί το δικαίωμα να φύγουν μετά από 25 ημέρες. Όμως, εμείς [οι Αφγανοί] δεν έχουμε τέτοιο δικαίωμα τώρα».

Η καθολική κράτηση των αιτούντων άσυλο και μεταναστών σε κλειστές δομές είναι αδικαιολόγητη –δεδομένου ότι υπάρχει δυνατότητα λιγότερο περιοριστικών επιλογών– και συνιστά αυθαίρετη κράτηση. Οι εγκαταστάσεις των κέντρων υποδοχής (hotspot) στα ελληνικά νησιά πρέπει να μετατραπούν σε ανοικτούς καταυλισμούς με κατάλληλες υπηρεσίες και μέτρα ασφαλείας.

Μεθοδολογία και επισημάνσεις
Όλες οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν κατ’ ιδίαν, στον βαθμό που αυτό ήταν εφικτό δεδομένων των συνθηκών στον υπερπλήρη καταυλισμό, κατά το δυνατόν εντός των χώρων στους οποίους διαμένουν τα πρόσωπα που παραχώρησαν συνέντευξη. Κάθε πρόσωπο που παραχώρησε συνέντευξη συναίνεσε εθελοντικά στη διεξαγωγή συνέντευξης με τη Human Rights Watch και κανείς εξ αυτών δεν έλαβε αμοιβή ούτε άλλη υπηρεσία ή όφελος ως αντάλλαγμα για τη συνέντευξη. Κανένας φύλακας, αστυνομικός ή άλλος υπάλληλος δεν ήταν σε θέση να δει ή να ακούσει τη συνέντευξη σε καμία περίπτωση. Τα ονόματα των προσώπων που παραχώρησαν συνέντευξη δεν δημοσιεύονται για λόγους προστασίας της ιδιωτικότητας και της ασφάλειάς τους.