Stranded refugees and migrants are pushed back by Greek riot police after they tried to storm Macedonia from the Greek side of the border during a protest, near the Greek village of Idomeni, February 29, 2016.  

© 2016 Reuters
 
(Βρυξέλλες) – Οι σκηνές χάους και βίας που εκτυλίσσονται στα σύνορα μεταξύ της Ελλάδας και της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας είναι άμεσο αποτέλεσμα των πρακτικών διακρίσεων που συνίστανται στο κλείσιμο των συνόρων και της μονομερούς επιβολής από την Αυστρία ενός ανώτατου ορίου στον αριθμό αιτούντων άσυλο, δήλωσε σήμερα η Human Rights Watch. Χιλιάδες αιτούντες άσυλο και μετανάστες είναι ουσιαστικά εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα λόγω του κλεισίματος των συνόρων, και αντιμετωπίζουν μια ολοένα και βαθύτερη ανθρωπιστική κρίση.
 
«Ο εγκλωβισμός των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα είναι μια ασυνείδητη και κοντόφθαλμη πρακτική που δεν αποτελεί ουσιαστική λύση και προκαλεί ταλαιπωρία και βία», δήλωσε η Eva Cossé, ειδική επί θεμάτων που αφορούν την Ελλάδα στη Human Rights Watch. «Καταδεικνύει για μία ακόμη φορά την παταγώδη αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιμετωπίσει με συλλογικότητα και συμπόνια τις προσφυγικές ροές».
 
Το πρωί της 29ης Φεβρουαρίου 2016, η αστυνομία της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας προέβη σε ρίψη δακρυγόνων και χειροβομβίδων κρότου-λάμψης εναντίον αιτούντων άσυλο και μεταναστών που όρμησαν σε πύλη στα σύνορα. Η ανθρωπιστική μη κυβερνητική οργάνωση Γιατροί Χωρίς Σύνορα (Médecins Sans Frontières, MSF) δήλωσε στη Human Rights Watch ότι περιέθαλψε 22 άτομα μετά τις συμπλοκές, μεταξύ των οποίων 18 άτομα παρουσίαζαν αναπνευστικά προβλήματα από τα δακρυγόνα και τέσσερα είχαν χτυπηθεί από σφαίρες από καουτσούκ και γκλομπ. Ανέφεραν δε ότι ανάμεσα στους τραυματίες ήταν και 10 παιδιά, μεταξύ των οποίων και ορισμένα που ήταν ηλικίας κάτω των 5 ετών.
 
Η Human Rights Watch δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει αν ήταν δικαιολογημένη η χρήση βίας εκ μέρους της αστυνομίας στο συγκεκριμένο συμβάν. Ωστόσο, η Human Rights Watch έχει καταγράψει προηγούμενες περιπτώσεις υπέρμετρης αστυνομικής βίας εκ μέρους αστυνομικών της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας εις βάρος αιτούντων άσυλο και μεταναστών στα σύνορα με την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της υπερβολικής χρήσης δακρυγόνων και χειροβομβίδων κρότου-λάμψης. Η αστυνομία δεν πρέπει να καταφεύγει σε χρήση βίας παρά μόνον όταν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο· επιπλέον, πρέπει να επιβάλλεται συγκράτηση ως προς την άσκηση βίας, όταν η νόμιμη χρήση βίας είναι αναπόφευκτη, δήλωσε η Human Rights Watch.
 
Περίπου 7.000 άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων οικογενειών με παιδιά, έχουν ακινητοποιηθεί στην Ειδομένη, στην ελληνική πλευρά των συνόρων με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, με εκατοντάδες ακόμη να βρίσκονται καθηλωμένοι στο εσωτερικό των βαλκανικών χωρών. Δεδομένου ότι ο επίσημος καταυλισμός στην Ειδομένη είναι σχεδιασμένος για την υποδοχή μόνο 2.500 ατόμων, πολλοί άνθρωποι εκεί διαβιούν σε ελεεινές συνθήκες γύρω από τον καταυλισμό και κατά μήκος της οδού από το χωριό Πολύκαστρο μέχρι τα σύνορα, με ελάχιστη τροφή και υποτυπώδη στέγαση.
 
Τα σκληρά μέτρα που εμποδίζουν τη συνέχιση της πορείας προς τον Βορρά έρχονται στον απόηχο της επιβολής από την Αυστρία ενός ημερήσιου ανώτατου ορίου 80 αιτημάτων ασύλου από τις 19 Φεβρουαρίου, καθώς και του μετέπειτα περιορισμού, από τη Σλοβενία, την Κροατία, τη Σερβία και την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, του αριθμού των αιτούντων άσυλο και μεταναστών που επιτρέπεται να εισέρχονται στο έδαφος καθεμίας από τις εν λόγω χώρες, σε 500 άτομα ημερησίως. Η Αυστρία έθεσε επίσης ανώτατο όριο 3.200 ατόμων ανά ημέρα όσον αφορά τον αριθμό των μεταναστών και αιτούντων άσυλο που δεν είναι πολίτες χωρών της ΕΕ και στους οποίους επιτρέπεται η διέλευση προς την επικράτειά της μέσω των εξωτερικών συνόρων. Οι αρχηγοί της αστυνομίας των εν λόγω πέντε χωρών συμφώνησαν στις 18 Φεβρουαρίου σχετικά με τη λήψη κοινών μέτρων για τον περιορισμό της κίνησης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επιβολή αυστηρών απαιτήσεων για την απόδειξη της ιθαγένειας, η άρνηση εισόδου σε όσους ενδεχομένως έχουν περάσει κάποιο χρονικό διάστημα σε τρίτη χώρα, η απαίτηση προσκόμισης νέου ταξιδιωτικού εγγράφου που μπορεί να εκδοθεί μόνο στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, καθώς και η εξέταση ημερήσιων ποσοστώσεων.
 
Από τον Νοέμβριο του 2015, η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η Σερβία και η Κροατία έχουν περιορίσει τη διέλευση των συνόρων τους, και επιτρέπουν να διέρχονται μόνον αιτούντες άσυλο από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Στις 19 Φεβρουαρίου 2016, επέβαλαν περαιτέρω περιορισμούς, απαγορεύοντας σε άτομα από το Αφγανιστάν να εισέλθουν στα εδάφη τους. Στην πράξη, οι πέντε αυτές κυβερνήσεις επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων μόνο σε μικρούς αριθμούς Σύρων και Ιρακινών. Οι Αφγανοί, που αποτελούν την εθνικότητα της δεύτερης μεγαλύτερης πληθυσμιακής ομάδας που καταφθάνει στην Ελλάδα από την Τουρκία μέσω του Αιγαίου, δεν έχουν τη δυνατότητα να φύγουν από την Ελλάδα και να μετακινηθούν προς Βορρά. Κατά καιρούς, οι ελληνικές αρχές έχουν μεταφέρει με λεωφορεία Αφγανούς από τα σύνορα ξανά προς την Αθήνα, με πιο πρόσφατο ανάλογο περιστατικό στις 23 Φεβρουαρίου.
 
Η παρεμπόδιση της δυνατότητας ενός ανθρώπου να υποβάλει αίτημα για χορήγηση ασύλου βάσει της ιθαγένειάς του συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Αυτή η διάκριση καταστρατηγεί το δικαίωμα του ατόμου να ζητά άσυλο, όπως προβλέπεται στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, καθώς και το δικαίωμα ασύλου δυνάμει του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, δήλωσε η Human Rights Watch. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταδικάσει το ανώτατο όριο που έθεσε η Αυστρία στον αριθμό αιτημάτων ασύλου, αναφέροντας ότι «σαφώς δεν είναι σύμφωνο» με το δίκαιο της ΕΕ και το διεθνές δίκαιο. Η Αυστρία, η Σλοβενία, η Κροατία και η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας πρέπει να θέσουν αμέσως τέρμα στις πολιτικές αυτές, δήλωσε η Human Rights Watch.
 
Σύμφωνα με τον αναπληρωτή υπουργό μετανάστευσης της Ελλάδας, εκτιμάται ότι 20.000 με 25.000 μετανάστες και αιτούντες άσυλο βρίσκονται επί του παρόντος στη χώρα – όχι μόνο στα νησιά, αλλά και στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα της χώρας εκτυλίσσεται μια ανθρωπιστική κρίση και οι αρχές αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες των ανθρώπων, όπως τροφή, νερό και ιατρική περίθαλψη. Με τα προσωρινά κέντρα φιλοξενίας και τα κέντρα διέλευσης να είναι ήδη πλήρη, χιλιάδες άνθρωποι κοιμούνται σε υπαίθριους χώρους στο λιμάνι του Πειραιά, περιμένοντας να μεταφερθούν σε κάποιο κέντρο υποδοχής ή μέχρι να μετακινηθούν προς την Ειδομένη. Δεδομένου ότι καθημερινά καταφθάνουν διά θαλάσσης από την Τουρκία 2.000 έως 3.000 άτομα κατά μέσο όρο, η ελληνική κυβέρνηση έχει ζητήσει από τις ναυτιλιακές εταιρείες να καθυστερούν τη μετάβαση από τα νησιά του Αιγαίου προς την ηπειρωτική Ελλάδα.
 
Η δραματική αύξηση των αφίξεων το 2015 επιδείνωσε τις χρόνιες ανεπάρκειες του συστήματος ασύλου της Ελλάδας όπου, παρά τις μεταρρυθμίσεις, οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια στην υποβολή αιτήματος ασύλου, ανεπαρκείς συνθήκες υποδοχής για αιτούντες άσυλο και φραγμούς όσον αφορά την ένταξή τους. Η ελληνική Υπηρεσία Ασύλου έχει συγκροτήσει ένα σύστημα για ραντεβού σχεδόν αποκλειστικά μέσω Skype, ενώ η έλλειψη προσωπικού και διερμηνέων, καθώς και οι τεχνικές δυσκολίες έχουν ως αποτέλεσμα συχνά οι άνθρωποι να πρέπει να καταβάλλουν προσπάθειες για εβδομάδες μέχρι να καταφέρουν να κλείσουν ραντεβού για να υποβάλουν αίτημα ασύλου. Χωρίς επαρκή πρόσβαση στη διαδικασία καταγραφής αιτημάτων ασύλου, οι αιτούντες άσυλο διατρέχουν κίνδυνο κράτησης και απέλασης ως παράτυποι μετανάστες.
 
Αναγνωρίζοντας την επιβάρυνση που υφίσταται η Ελλάδα, η οποία εξακολουθεί να είναι αντιμέτωπη με βαθιά οικονομική κρίση, οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ συμφώνησαν για τη μετεγκατάσταση 66.400 αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα κατά την επόμενη διετία. Στις 24 Φεβρουαρίου, σχεδόν έξι μήνες μετά τη συμφωνία επί του σχεδίου αυτού, είχαν μετεγκατασταθεί μόλις 295 άτομα.
 
Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ασκεί πιέσεις στην Ελλάδα ώστε να λάβει επαρκή μέτρα για να καταστούν δυνατές οι επιστροφές αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα βάσει του ευρωπαϊκού κανονισμού του Δουβλίνου. Σύμφωνα με τον κανονισμό του Δουβλίνου, η χώρα της ΕΕ που αποτελεί τη χώρα πρώτης άφιξης πρέπει να είναι αρμόδια για τη διεκπεραίωση του αιτήματος ασύλου και οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ μπορούν να επιστρέφουν τους αιτούντες άσυλο στη χώρα πρώτης άφιξης. Οι εν λόγω επιστροφές κάθε άλλο παρά έχουν ανασταλεί από τότε που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απεφάνθη, τον Ιανουάριο του 2011, ότι οι συνθήκες που επικρατούν για τους αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα ισοδυναμούν με εξευτελιστική μεταχείριση.
 
Οι χώρες της ΕΕ πρέπει να κινηθούν ταχύτατα για να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους στο πλαίσιο του σχεδίου μετεγκατάστασης ούτως ώστε να μειώσουν την επιβάρυνση που υφίσταται η Ελλάδα, δήλωσε η Human Rights Watch. Μεταξύ άλλων, πρέπει να παρέχουν στους ανθρώπους που καταφθάνουν στην Ελλάδα περισσότερα κίνητρα για συμμετοχή στο σχέδιο, μέσω της καλύτερης πληροφόρησης και της ταχύτερης διεκπεραίωσης, της προσφοράς διαθέσιμων θέσεων για τη μετεγκατάσταση αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα και την Ιταλία σε άλλες χώρες της ΕΕ, καθώς και μέσω της διασφάλισης της ορθής λειτουργίας των κέντρων υποδοχής («hot spot») που έχουν δημιουργηθεί για την ταχύτερη και καλύτερη διεκπεραίωση και διαλογή με σκοπό τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των μεταναστών. Το σύστημα του Δουβλίνου πρέπει να αντικατασταθεί από έναν δικαιότερο μηχανισμό για τον καθορισμό του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για την εξέταση κάθε συγκεκριμένου αιτήματος για παροχή διεθνούς προστασίας.
 
«Είναι γελοίο να βλέπουμε από τη μία πλευρά ένα σχέδιο που έχει καταρτιστεί με στόχο τη μείωση της επιβάρυνσης που υφίσταται η Ελλάδα, και από την άλλη πλευρά τις προσπάθειες εκ μέρους ορισμένων κρατών μελών οι οποίες απειλούν να μετατρέψουν τη χώρα σε μαζικό καταυλισμό προσφύγων», δήλωσε η κ. Cossé. «Πάνω από όλα, όμως, οι κυβερνήσεις δεν λαμβάνουν υπόψη τον πραγματικό κίνδυνο ταλαιπωρίας χιλιάδων ανδρών, γυναικών και παιδιών που δεν θα έχουν ουσιαστική ευκαιρία να λάβουν την προστασία που έχουν ανάγκη».